ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:24 am

Αφιέρωμα στο "μικρό" διήγημα.

Ένα απάνθισμα εξαιρετικών μικρών διηγημάτων.

Τόσο για την αισθητική απόλαυση...

όσο και για τη διδακτική διάσταση προς όσους ενδιαφέρονται για τη γραφή...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:25 am

Του Κ. Θεοτόκη (1872 - 1923 ) :

ΠΙΣΤΟΜΑ!

Όταν ύστερα από την αναρχία, που 'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερον να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθή κι είχε δοθή αμνηστία στους κακούργους, τότες επέστρεψαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Μαγουλαδίτης Αντώνης ο Κουκουλιώτης.

Ήταν τότες ως σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουράτα μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό και ήμερο, αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές, το στόμα του όμως ήτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.

Ο άνθρωπος τούτος, πριν ακόμη ρεμπελέψη ο κόσμος, είχε παντρευτή. Κι όταν πήρε των βουνών το δρόμο για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι, και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Κουκουλιώτης ήτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθή παιδί, που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσότερο αγαπούσε.

Εγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. Κι εμπήκε ξάφνου σπίτι του, χωρίς κανείς να το προσμένη, εμπήκε σα θανατικό αναπάντεχα τέλεια, κι εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό 'σφιγγε στα στήθια της κρεμάμενη, έτοιμη να λιποθυμήση και χωρίς να δύναται να προφέρη λέξη καμιά.

Αλλά ο Κουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας της είπε: "Μη φοβάσαι, γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπει. Είναι το παιδί τούτο δικό σου; Ναι; Μα όχι δικό μου! Με ποιον, λέγε, τό 'χεις κάμει; "

Τ' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας:

"Αντώνη, τίποτε δεν μπορώ να σου κρύψω. Το φταίσμα μου είναι μεγάλο. Μα, το ξέρω, κι η εκδίκησή σου θα 'ναι μεγάλη. κι εγώ αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Κοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Κάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία" .

Καθώς εμιλούσεν η γυναίκα, εσκοτείνιαζεν η όψη του, αλλά δεν την αντίκοβγε. Εσιώπασε λίγο κι έπειτα της είπε:

"Γυναίκα κακή! Δε ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου ουδέ σε λυπούμαι. Τ' όνομα εκείνου θέλω. Εσέ δε θα πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω. το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή, πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα! "

Εμολόησε. Κι ο Κουκουλιώτης εβγήκεν αμέσως. Κι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, έβρηκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπο ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη. τον αναντράνιζε. Μα αυτός εξαπλώθη καταγής και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ως το ξημέρωμα.

Την άλλην ημέρα, αφού εξύπνησαν, της είπε:

"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μου 'χουν αρπάξει, καθώς μου 'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος" .

"Τον σκότωσες; "

Την ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Ανατολή, γιατί ο ουρανός ήτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βίας επλήθαινε.

Κι ο Κουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήση μαζί με το παιδί της, κι έτσι εβγήκαν κι οι τρεις από το σπίτι.

Και φτάνοντας εις το χωράφι που ήταν πολύ νοτερό ακόμη από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψη λάκκο.

Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του ήτουν χλωμό, και ο ιδρώς που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Το σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό, εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο, το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγε όλη του τη θλίψη.

Η γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη, και το παιδάκι επαιχνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. Κι εφάνη για μιαν στιγμήν ο ήλιος κι εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νήπιου που αγγελικά χαμογελούσε.

Κι ωστόσο ο λάκκος ήτουν έτοιμος, κι ο Κουκουλιώτης ακουμπώντας στο φτιάρι, είπε της γυναικός του:

"Βάλ' το πίστομα μέσα" .
1904
"Κορφιάτικες Ιστορίες", Κέρκυρα 1935

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:27 am

Του Ντίνου Χριστιανόπουλου

ΛΑΤΡΕΙΑ

Μεσημέρι, με το φίλο μου Δημήτρη στην Τσιμισκή. Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής του "Άρεως", το ίνδαλμα της νεολαίας του '50. Καλά καλά ούτε είκοσι χρονώ, έλαμπε από νιάτα κι ομορφιά, και ζεματούσε από ευρωστία. Ένιωθα σαν σκυλάκι του, κι η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όταν δεχόταν να τον συνοδέψω ως το σπίτι.

Εκεί που περπατούσαμε, μας είδαν από απέναντι δυο πιτσιρίκια. "Ο Δημήτρης!" φώναξε με θαυμασμό το ένα και σκούντησε τον φίλο του, για να τον δει κι εκείνος. Σε λίγο μας πλησίασαν όλο χαρά. Το πιο μεγάλο άρχισε να τον χαϊδεύει με λατρεία στα μάγουλα, ενώ το πιο μικρό τεντώθηκε όσο μπορούσε και τον φιλούσε επίμονα στο στήθος και στα μπράτσα. Ο Δημήτρης στεκόταν και τα κοίταζε με μία τρυφεράδα που του έδινε η θέση του και μια συγκινημένη συγκατάβαση. Μιλήσαν για τον "Άρη" κάμποσο και, τέλος, μ' ένα "γεια σου, Δημήτρη", μας άφησαν και έφυγαν γεμάτα αγαλλίαση.

Τέτοια λατρεία δεν την είχα ξαναδεί. Τα δύο πιτσιρίκια είχαν καταφέρει, αβίαστα και φυσικά, αυτό που εγώ δεν αξιώθηκα ποτέ να επιτύχω: να σταθεί ένας άνθρωπος να τον χαϊδέψω.



___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:30 am

ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ

Ήταν πολύ γέρος, είχε πια καμπουριάσει για τα καλά, αλλά διέμενε πάντα (φτενός και ολομόναχος) σε ένα απομονωμένο καλύβι, στους πρόποδες του βουνού. Διασταυρωθήκαμε τυχαία στην Χώρα. Ανάβλεψε μόλις με είδε, έβγαλε αμέσως τον καλοκαιρινό του σκούφο και σκύβοντας ακόμη πιο βαθιά,

- Καλή σου μέρα, κυρ γιατρέ, μου λέει.

Κάποιοι με κύτταξαν περίεργα, σχεδόν επιτιμητικά.

Τον πλησίασα και του έτεινα το χέρι.

- Τι κάνει ο Ιάσων; τον ρωτώ.

Μια χαρά, σε χαιρετάει, μου απαντάει.

Βιάστηκε να φύγει, λίγο σαν να ντρεπόταν.

Προχώρησα κι εγώ - κι έφερα στο νου μου εκείνη την απρόσμενη νυχτερινή του επίσκεψη, τον περασμένο Γενάρη, όταν (ζητώντας μου συνέχεια συγγνώμη και κλαίγοντας με αναφυλλητά) μου ζήτησε να πάω να δω τον Ιάσονα, το γέρικο μουλάρι του που πέθαινε.

"Κάτι θα καταλάβεις", επέμενε. Κι ύστερα, κατεβάζοντας το κεφάλι: "Ζήσαμε πάνω από τριάντα χρόνια μαζί, και θέλω να φύγω πριν από τον Ιάσων", πρόσθεσε κάπως ντροπαλά.


___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:33 am

ΤΟ ΕΥΡΗΜΑ

Ξύπνησα απότομα κι ανακάθισα στο κρεβάτι. Κάποιος με φώναζε. Απ' το παράθυρο έμπαινε το φως τρεμουλιαστό μαζί με το λαχάνιασμα της θάλασσας. Είχα μια έντονη γεύση στο στόμα, σαν να 'σπασε στα δόντια μου μοσχοκάρφι. Για δεύτερη φορά άκουσα τη φωνή που με καλούσε.

Φόρεσα γλήγορα την μπλούζα μου και βγήκα. Κατέβηκα το καλντερίμι, πέρασα την πλατεία και προχώρησα ως τη θάλασσα. ήταν τώρα βουβή, γαληνεμένη, δίχως αφρούς, κι απάνω της διακρίνονταν ολοκάθαρα, όπως σε ξεραμένη λάσπη, αχνάρια πατημασιάς μεγάλου ζώου. Πνιγμένα βογκητά έβγαιναν κάθε τόσο από 'να βράχο. Τον έψαξα απ' όλες τις μεριές μα δε βρήκα άνοιγμα. Με τον κασμά άρχισα να πελεκάω την πέτρα. Στην τρύπα που άνοιξα πρόβαλε το κεφάλι ενός πουλιού. Ήταν κοκαλιασμένο, σκεπασμένο με χώματα και χορτάρια. Εκεί που το καθάριζα, το 'νιωσα μέσα στη φούχτα μου σαν ξύλινο. "Λες να ξέθαψα κανένα αρχαίο ξόανο;", σκέφτηκα και ψαχούλευα το υλικό μου. Έμοιαζε με πυκνοφασμένο ψαθί. μόλις όμως το ζούληξα περισσότερο, τρίφτηκε σαν δυόσμος ξερός τρίζοντας απαίσια στα δάχτυλά μου.


_________________________

Ο Επαμεινώνδας Γονατάς είναι ο συγγραφέας. Όπως και του επόμενου διηγήματος, της Συκιάς.

Για το Γονατά μπορεί κανείς να διαβάσει περισσότερα εδώ:

http://www.sansimera.gr/biographies/151

http://archive.enet.gr/online/online_print?id=86715224

http://www.poiein.gr/archives/4076/index.html[/quote]

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:35 am

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΓΟΝΑΤΑΣ

Η ΣΥΚΙΑ

Έσκυψα και τη φίλησα.
"Είμαι ο άνεμος", της ψιθύρισα απαλά στ' αυτί.
"Πάμε πίσω από εκείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά - σιγά. έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σ' αγκαλιάζω".
Εκείνη, βγάζοντας απ' τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το 'δειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
"Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ", είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα, που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα ν' ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απ' το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφιχτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
"Μ' αυτό έτρωγα, μικρός", ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη. και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω. εξάλλου δεν ήξερα τ' όνομά της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας, παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απ' τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.


___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΙΚΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 19, 2011 7:42 am

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ

Το αντίτιμον

Πολύ ήσυχο κι ευχαριστημένο στην τύχη του ήταν ένα μεγάλο χωριό - άλλα είχαν περσότερα βάσανα - όταν το γνώρισε στα 1806 ο Περιηγητής.

Άφθονα νερά το έλουζαν και ήτον χωμένον μέσα σε δένδρα που εφαινόντουσαν σαν οπισθοφυλακή του αγρίου δάσους, που απαντά ο ταξιδιώτης φεύγοντας από τη Λακωνία και πηγαίνοντας κατά την Κυνουρία.

Είχαν ξεχωριστούς κοινωνικούς νόμους στο χωριό αυτό, ακόμα και ξεχωριστή γλώσσα.

Είχαν και την αριστοκρατία τους. Την αντιπροσώπευαν οι πρωτόγεροι.

Όταν πήγε ο Περιηγητής, εβάραινε ακόμα την ψυχή τους ένα έγκλημα, αν και ήτον περιτυλιγμένο με την κοινή απόφαση και με τη δικαιολογία κάποιου ανώτερου σκοπού.
*
Μια ωραία κόρη του χωριού έμεινε ορφανή. Με όλη της τη μικρή ηλικία στάλθηκε απ' τους συγγενείς της στην Πόλη για να υπηρετήσει εκεί και να γυρίσει μια μέρα με την προίκα της.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια, χωρίς αυτή να αιστανθεί την επιθυμιά να 'ρθει στον τόπο που γεννήθηκε.

Στα τελευταία ήρθε, μα πολύ αλλιώτικη.

Κυρία με τα όλα της. Έλαμπε από πάστρα. κτενιζότανε διαφορετικά και περπατούσε με τσακίσματα.

Το χειρότερο απ' όλα, μιλούσε και Γαλλικά!...

Οι πρωτόγεροι ξύνισαν τα μούτρα τους. Γενική κουτσομπολιά στο χωριό. Δεν ενήστεψε και κάποια Τετάρτη. Ο παπάς έγινε κι αυτός εχθρός της.

"Πωπώ, η άμοιρη η μάνα της κάλλιο που δε ζει ναν τη βλέπει... την πήξε και τη δείξε...", έλεγαν οι γριές και τραβιόντουσαν λοξά - λοξά για να μη 'γγίξουν στην οξαποδώ.

Κι αυτή ανύποπτη διασκέδαζε με τις κουταμάρες των χωριανών της.

Όσες φορές ερχότανε κανείς ξένος, πρώτη και καλύτερη αυτή. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.

"Τι ναν του λέει τάχατες, γερο - Σπύρο;"

"Ξέρω κι εγώ; Δεν καταλαβαίνεις; Τι άλλο θα λένε!..."

"Χαχούχα!... Αυτή, μωρέ μάτια μου, πήρε το δρόμο της για καλά!..."

"Τι κάνει εκεί ο Φράγκος;!..."

"Κοίτα, κοίτα... Πέρασε το δικό της μπράτσο μέσα στο δικό του και πάνε τον κατήφορο..."

"Μα αυτό είναι ντροπή μας!... Θα γινούμε σεργούνι στα εφτά βασίλεια!"

"Μεγάλη μας ντροπή, αλήθεια".

"Πρέπει να λείψει το σκάνταλο".

"Πρέπει να λείψει".
*
Σε λίγες μέρες, έκτακτος απεσταλμένος πήγε στον Πασά το χρηματικό φόρο του χωριού για ένα φόνο που γίνηκε.

Ο Πασάς όμως, άμα έμαθε πως η σκοτωμένη ήταν νέα, ωραία και απροστάτευτη κόρη, ζήτησεν άλλα τόσα.

__________________

Για το Δημήτρη Καμπούρογλου διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ.

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης