Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Σελίδα 2 από 2 Επιστροφή  1, 2

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Δεκ 27, 2011 12:27 pm

Ο ερωτικός πόθος στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη

Η νεαρά γυνή ήτο επί του εξώστου της οικίας, την οποίαν είχεν ενοικιάσει όπως δεχθή αυτήν ο σύζυγός της, πρεσβύτης πεντήκοντα και τριών ετών…

Αυτή είναι η νοσταλγός, το Λιαλιώ, σύζυγος του μπάρμπα Μοναχάκη, που τάχει παίξει με τον πρεσβύτη, ο οποίος όλο στον καφενέ περνούσε την ώρα του και την άφηνε πάντα μοναχή- και αστεία αστεία ξεκινάει με κωπηλάτη το νεαρό Μαθιό για μια γύρα μέσα στο λιμάνι, υπό το φως της Σελήνης.

Στη πραγματικότητα, μετά από ολίγες εβδομάδες εγγάμου βίου με τον πενηντάρη, νοσταλγεί αφόρητα το πατρικό της σπίτι, που βρίσκεται απέναντι, σε απόσταση δώδεκα μιλίων.

Όσο προχωράει η νυχτερινή βαρκάδα, αρχίζει δειλά δειλά το ερωτικό παιγνίδι του Μαθιού με τo Λιαλιώ:

Η Λιαλιώ επέμεινε να λάβη το έν εκ των κωπίων, και προκύψασα ολίγον ήρχισε να σείη με τας λευκάς χείρας της τον ένα εκ των σκαλμών, θέλουσα να τον μεταθέση προς το μέρος το εγγύτερον της πρύμνης. ΑλλΆ ο νέος ανθίστατο, και αι χείρες των συαντήθησαν εις θερμήν επαφήν.

- Λες για τα δικά μου χέρια πως είναι τρυφερά; είπε μετά διακριτικού παραπόνου ο Μαθιός.

- Τότε, έρχεσαι να κάνουμε πανιά, καθώς λέγει και το τραγούδι; επρότεινε παιγνιωδώς η νεαρά γυνή.

- Με τι;

Και ακουσίως εκοίταξε το πάλλευκον κολόβιόν της.

Η Λιαλιώ εγέλασεν και ακούμβησεν εκ νέου εις την πρύμνην.

Στην αφήγηση ο Μαθιός είναι το alter ego του Παπαδιαμάντη. Δεκαοχτώ ετών, μόλις έχει εγκαταλείψει το γυμνάσιον και είναι προφανέστατα γοητευμένος, ησθάνετο γοητίαν άρρητον, καθώς κωπηλατούσε και είχε στη βάρκα τη νεαρά σύζυγο του πρεσβύτη Μοναχάκη. Η Λιαλιώ επίσης υφίστατο άγνωστον θέλγητρον, και τα βλέμματά των συνηντήθησαν. Και να που εσηκώθη, έκυψε χαριέντως, δια ταχείας χειρονομίας έβγαλε το λευκόν, πολύπτυχον κολόβιόν της, και το έτεινε προς τον Μαθιόν.

– Ετοίμασε συ το κατάρτι, είπεν.

Στο σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης σημειώνει:

Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφΆ άς εμάντευέ τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κΆ εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμνην, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της.

Και η αύρα είχε δυναμώσει, και το αυτοσχέδιον πανίον εφούσκωνε, και η βαρκούλα έτρεχε.

Και ο νεαρός απελεύθερος του γυμνασίου;

Ο Μαθιός εκάθισε δειλώς όχι πολύ πλησίον αυτής, από την άλλην μεριά της πρύμνης, και έβλεπε την θάλασσαν, δια να μη κοιτάζη παραπολύ την συνταξιδιώτην του και την φέρη εις αμηχανίαν.

Ήταν ερωτευμένος μαζί της. ΜΆ έναν έρωτα απολύτως φυσικό, δηλαδή αποκλειστικά σωματικό:

Ο νέος, ως γείτων, είχε πληροφορηθή τα συμβαίνοντα και την ηγάπησε κρυφά. Η χάρις του λιγυρού αναστήματός της δεν εξηλείφετο από την άνευ μέσης περιβολήν την οποίαν εφόρει. Και τα κατσαρά, τα οποία εκόσμουν το ηδυπαθές μέτωπόν της, ήσαν φυσικά και όχι επίπλαστα. Η λάμψις των βαθέων και μαύρων οφθαλμών της έκαιεν αμαυρά, υπό τας καμαρωτάς οφρύς, και τα τα πορφυρά χείλη της ερόδιζον επί της ωχράς και διαυγούς χροιάς των παρειών της, αίτινες εβάφοντο μΆ ελαφρόν ερύθημα εις τον παραμικρόν κόπον ή εις την ελαχίστην συγκίνησιν. Αλλά το λεπτόν και ήρεμον πυρ των οφθαλμών της έκαιε την καρδίαν του νέου.

Μετ΄ ου πολύ (που λέμε) αντιλαμβάνονται ότι τους κυνηγάνε. Η Λιαλιώ παίρνει τις αποφάσεις, εξετάζει όλες τις εναλλακτικές που υπάρχουν. Ο διάλογος παίρνει ξαφνικά την εξής απροσδόκητη εξέλιξη:

- Να μη μας πιάσουν μοναχά, επέφερεν εκείνη. Δε με μέλει τι θα πη ο κόσμος, να! ούτε τόσο δα, καρφί δε μου καίεται! Ημείς να είμαστε αθώοι, και άφησε τους ανόητους να μας κατηγορούν!

Ο νέος έκυψε περιπαθώς και της εφίλησε τα άκρα των δακτύλων της χειρός της, σκεπτόμενος ότι ήτο αθώος, ναι, όπως πολλοί οίτινες κατεδικάσθησαν αδίκως, ως λέγει η Ιστορία, εις τον επί της πυράς βραδύ θάνατον. Εκείνη προσέθεσεν αυστηρώς:

- Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτον να μείνω σιμά στον μπάρμπα- Μοναχάκη. Απόδειξις ότι δεν θέλω, είναι ότι εκίνησα να πάω πίσω εις τους γονείς μου. Οι γονείς μου δε θα μπορούν νε με σκεπάσουν, αν το κάμω, ο μπάρμπα- Μοναχάκης θα μΆ εσκέπαζε, και πολύ.

Ο αναγνώστης μένει άναυδος, μαζί με το Μαθιό, ο οποίος ευλόγως υποθέτει ότι η Λιαλιώ έχει κάποιον εραστή στο πατρικό της χωριό και γιΆ αυτό επειγόταν να ταξιδέψει ως εκεί.

- Δεν του φεύγω, γυρίζω στην πατρίδα μου, πάω να ΅βρω τους γονείς μου… Ανίσως ο μπάρμπα –Μοναχάκης έρθη στην πατρίδα να μΆ εύρη, καλώς να ΅ρθη! Ξέρει πολύ καλά πως δεν είμαι ικανή να προδώσω την τιμή του. Μα ξέρει και τούτο, πως δε μπορώ να ζήσω στα ξένα.

Και το ανεπανάληπτο φινάλε, όταν μετά από αγωνιώδη καταδίωξη των φυγάδων ο μπάρμπα- Μοναχάκης τους πλησιάζει, καθώς έχουν ήδη αποβιβαστεί στο πατρικό νησί της νοσταλγού:

Αίφνης, η φωνή του μπάρμπα – Μοναχάκη, όστις εφαίνετο ορθός, εις το φως της σελήνης, παρά την πλώραν της σκαμπαβίας, ηκούσθη εν τη σιγή της νυκτός:

- Λιαλιώ! ε! Λιαλιώ!

Η Λιαλιώ εστάθη σύννους, κάτω νεύουσα την κεφαλήν, και είτα κράξασα απήντησεν:

- Ορίστε, μπάρμπα- Μοναχάκη!

- Θέλεις να πας στους γονείς σου, ψυχίτσα μου; Καλά θα κάμης! Καρτέρει να ΅ρθω κΆ εγώ, να σε συνοδεύσω ως εκεί, μήπως κακοπαθήσης στο δρόμο μοναχή σου, αγάπη μου!

- Καλώς να ΅ρθης μπάρμπα – Μοναχάκη! απήντησεν ανενδοιάστως το Λιαλιώ.

Ο νέος ίστατο εντροπαλός πλησίον της, κοιτάζων αυτήν, έμφοβος και μη εννοών.

- Σύρε στο καλό, με τη σκαμπαβία, Μαθιέ μου πΆλάκι μου, του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινήσεως το ΛιαλιώΆ κρίμας που είμαι μεγαλύτερη στα χρόνια από σέναΆ αν πέθαινε ο μπάρμπα – Μοναχάκης θα σΆ έπαιρνα.

Η εικοσιπεντάχρονη Λιαλιώ είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες γυναίκες του Παπαδιαμάντη. Και οι ξαφνιαστικές και πολυσήμαντες γυναίκες στο έργο του Παπαδιαμάντη είναι πολλές.

*

Η νοσταλγός δημοσιεύτηκε στα 1894, όταν ο Παπαδιαμάντης ήταν πια σαράντα τριών ετών, σε πλήρη συγγραφική ωριμότητα. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε δημοσιευτεί ένα από πλέον χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικά του διηγήματα, το ολόγυρα στη λίμνη. Εκεί ο αφηγητής θυμάται όσα είδε και βίωσε στα δεκατέσσερα χρόνια του. Η αφήγηση πλέκεται αριστουργηματικά γύρω από ένα ναυπηγείο, τη θάλασσα, μια λίμνη και δυο ακόμα πρόσωπα: τον παιδικό φίλο Χριστοδουλή και τον προεφηβικό έρωτα (και των δυο τους) τη νεαρή, λίγο μεγαλύτερη από αυτούς, Πολύμνια. Η Πολύμνια γίνεται αντικείμενο ερωτικού πόθου, όπως πάντα στον Παπαδιαμάντη, επειδή είναι όμορφη και έχει ωραίο κορμί:

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πως διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελίχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπισθεί δια να εξέλθη και απολάυση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της, με τα μακρά ματόκλαδα, ως πτεροφόρος οιστός, σΆ εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς, δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη;

Ο μεγάλος κοσμοκαλόγερος είχε μπει από μικρός στα βάσανα του έρωτα. Του ανεκπλήρωτου έρωτα, φυσικά. Γιατί κι αν η φιλία με το Χριστοδουλή εχάλασε, ουδέν προέκυψε με την Πολύμνια, ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον:

Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο δια σε ή διΆ εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλυτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναται τις να γίνει ανήρ χωρίς νΆ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις νΆ απατηθή;

Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ, ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινεν ναυτικός περίφημος, αλλΆ από ετών δεν ήκουσες τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν, καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

Θέλει να πει: ουδέν πράττεις εις τα ερωτικά.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού, τελικά. Η απραξία αυτή ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στον Παπαδιαμάντη να γράψει μερικά από τα καλύτερα διηγήματά του. Ας δούμε πως ιστορείται ο ανεκπλήρωτος ερωτικός πόθος σε μερικά ακόμα.

*

Το ώχ! βασανάκια, δημοσιευμένο στα 1894, είναι ένα από τα κομψότερα και τα πιο ερωτικά διηγήματα του αγίου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με επίκεντρο το σχολείο αρρένων της εποχής, πρωταγωνιστεί ο πρώιμος ίμερος των μαθητών της τρίτης τάξης για τα συνομήλικά τους κοριτσόπουλα, που συγκεντρώνονται σε μια ταράτσα απέναντι.

Ο εις εκ των μαθητών της ΓΆ τάξεως, υψηλός, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, φαινόμενος να είναι τουλάχιστον δεκαεξαέτης, δεν απέσπα το βλέμμα του από την ταράτσαν εκείνην, την υψηλήν. Έως τότε ψυχή δεν εφαίνετο επάνω εις την ταράτσαν, αλλά μετΆ ολίγον ωραίον κοράσιον, δεκατεσσάρων ετών, με τα ξανθά μαλλιά ξέπλακα εφάνη επί της ταράτσας. Κατόπιν άλλο της αυτής ηλικίας, επίσης με ξανθά μαλλιά, και εν άλλο με μαύρα μαλλιά. Ο μαθητής τότε εκείνος, όστις έπασχε φαίνεται, από πρώιμον έρωτα, ηκούσθη να ψθυρίζει:

- ¶χ! βασανάκια, βασανάκια!

Καθώς οι μαθητές της τρίτης μπαίνουν παρά τη θέλησή τους στη τάξη, η παρέα των κοριτσιών της ταράτσας μεγαλώνει:

Η μικρά αγέλη ηύξησε ταχέως, και θα ήσαν όλα δεκαπέντε έως δεκαοκτώ κοράσια, επάνω εις την ταράτσαν. Ήσαν πρώτον το Μαριώ και το Λενιώ και το Κατερινιώ, τα τρία κοράσια της οικίας. Είτα είχον έλθει από την πρώτην γειτονικήν οικίαν το Ξενιώ και η Κούμπω, δύο ωραίαι μελαχροιναί αδελφαί, η μία δεκατεσσάρων και η άλλη δώδεκα ετών. ΜετΆ αυτάς ήλθαν το Φωλιώ το Βελισάρικο και το Μαχώ το Πορταρίτικο, από δύο άλλας παρακειμένας οικίας. Κατόπιν ήλθαν το Κατινιώ, η παπαδοπούλα, και η Ευανθία, η καπετανοπούλα, από την οικίαν της εξαδέλφης των, της Μαχώς, όπου ευρίσκοντοΆ ύστερον ήλθαν το Τσιτώ το Ραφτί, και το Ασπασώ το Παναδί, και η Σοφούλα το Μπακιρί, και τελευταίαι ήλθαν η Μόρφω, η Σερετούλα και το Κυρατσώ και το Ασμινιώ, αι αδελφαί της, και προσετέθησαν εις τας άλλας. Όλαι ή σχεδόν όλαι ήσαν ωραία κοράσια με γαλανά όμματα, με μαύρα όμματα, με βαθέα και αμαυρά και οινωπά όμματα, με λευκόν χρώτα, με μελίχρυσον και χνοάζοντα χρώτα, με μαύρους και ούλους βοστρύχους, με μακρούς και ξανθούς και καστανούς πλοκάμους, με ελαφρά βαθουλώματα περί τας κόγχας των οφθαλμών, με ωραία λεπτά ρόδινα ή αβρά και κοράλλινα χείλη, με κυανιζούσας φλέβας, με χαρίεντας λακκίσκους και γελασίνους υπό τας παρειάς, με αναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, με λεπτά τουλουπάνια, με λεπτά και διαφανή αλέμια περί την κεφαλήν, με κοντά φουστανάκια, με λευκάς περικνημίδας, και με συρτάς εμβάδας.

Ο σεμνός αλλά ολοφάνερα ασπαίρων ερωτικός πόθος (ο ίμερος) που αποπνέουν αυτές οι αριστουργηματικές αράδες δεν υστερεί καθόλου σε ένταση, αν τον συγκρίνουμε με εκείνον σε άλλες, πολύ πιο τολμηρές λογοτεχνικές περιγραφές της ελληνικής λογοτεχνίας!

Και τα δύστυχα αγόρια; Τι απόγινε μΆ αυτά;

Η αγέλη των μαθητών αντίκρυσε την αγέλη των κορασίων, και τα βλέμματα έβαλον κατΆ ευθείαν προς το προαύλιον της μεγάλης οικίας με την ταράτσαν, και οι πόδες ηρνούντο να βαδίζωσι προς άλλην διεύθυνσιν.

Τη λύση στο αδιέξοδο δίνει η επίθεση μιας γριάς μάγισσας, της Βότσαινας, στα κορίτσια. Τα αγόρια σπεύδουν να τα προστατεύσουν, μη γνωρίζοντας ότι τα πραγματικά μάγια βρίσκονται αλλού – και δε λύνονται παρά μόνο με το θάνατο.

*

Τα χρόνια περνούν, φτάνουμε στα 1900. Ο Παπαδιαμάντης είναι σχεδόν πενήντα χρονών. Ο ήρωάς του στο όνειρο στο κύμα, τριάντα. Αφηγείται αυτά που του συνέβησαν με τη Μοσχούλα, στα είκοσί του, όταν ήταν ακόμα τσοπανάκος. Μια νύχτα με φεγγάρι κατέβασε το κοπάδι του στο γιαλό και μετά βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς είναι έτοιμος να φύγει…

…την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα ρις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κΆ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου, συνήθως ελούετο.

Έκαμα δυο-τρία βήαμτα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, κει είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κΆ ελούετο…

Έλα Παναγιά μαζί μας… Εδώ, ο πανέξυπνος τεχνίτης της γραφής καταναλώνει κάμποσες παραγράφους όπου ο ήρωας προβληματίζεται πως θα φύγει αποκεί χωρίς να γίνει αντιληπτός. Και όταν η αδημονία του αναγνώστη έχει πλέον κορυφωθεί (στα 1900 είμαστε, μη το ξεχνάμε!) έρχεται η περιγραφή της γυμνής Μοσχούλας, που κολυμπάει στο φεγγαρόφωτο:

Εντοσούτω όσο αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλι σιγά σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνωνΆ έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεάνιδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχενμ απομακρυνθεί ως πέντε οργυυιάς από το άντρον, και έπλεε, κΆ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας τας αύρας και τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμαΆ ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναύς μαγική, η ναύς των ονείρων…

Αλλά αυτά δεν είναι αρκετά! Για πρώτη ίσως (όχι όμως και τελευταία, σε διήγημα) φορά ο Παπαδιαμάντης περιγράφει σωματική επαφή με το αντικείμενο του πόθου, καθώς η Μοσχούλα κινδυνεύει να πνιγεί και ο νεαρός βοσκός βουτάει για να τη σώσει. Έπειδή υπάρχουν κάποια όρια που ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει ή δε μπορεί να υπερβεί, η περιγραφή είναι εξαιρετικά λιτή:

Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, δια να δυνηθή νΆ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έλευσα, με την χείραν την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μουΆ ήθελε την ζωήν τηςΆ ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχεν την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επΆ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλΆ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφΆ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατόρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του…

*

Δεν τελειώνουν εδώ οι ερωτικές αναφορές στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Με μια πρόχειρη αναδίφηση μπορεί κανείς να αναφέρει ακόμα τα αμαρτίας φάντασμα (1900) και τη Φαρμακολύτρια (1900). Δε κάναμε καθόλου λόγο για όσα ασχολούνται με απλώς ανεκπλήρωτους έρωτες, όπως τα ο έρωτας στα χιόνια (1896), έρως – ήρως (1897) ή ακόμα και εκπληρωμένους, αλλά χωρίς έντονη την παρουσία του ιμερικού στοιχείου, όπως ο πανδρολόγος (1902) το καμίνι (1907) ή την αγάπη στο γκρεμό (1913)

Επιφυλασσόμενος να επανέλθω, καιρού επιτρέποντος, στον ερωτικό Παπαδιαμάντη, θέμα το οποίο δεν εξαντλείται εύκολα, υπενθυμίζω ένα μυθιστόρημα το οποίο βρίθει από έρωτα και πάθος: τους εμπόρους των εθνών (1882) περί των οποίων ο αναγνώστης μπορεί να βρει την ερασιτεχνική μου προσέγγιση σΆ αυτόν το σύνδεσμο: http://panosz.wordpress.com/2008/01/21/papadiamandis/

Αναδημοσίευση από http://panosz.wordpress.com/2009/07/03/papadiamandis-8/

ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Δεκ 27, 2011 12:40 pm


Σειρά εκπομπών εσωτερικής παραγωγής της ΕΡΤ για τα εκατό χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου έλληνα πεζογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (3.1.1911 - 3.1.2011).

Μάννα μου, εγώ ΄μαι τ΄ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,

όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει,

είναι οι δύο πρώτοι στίχοι από το νεανικό ποίημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Προς την Μητέρα μου, γραμμένο πίσω από ένα γράμμα του, το 1874. Η τέταρτη στροφή του ίδιου ποιήματος βρίσκεται και στο μυθιστόρημά του Η Φόνισσα.

Στην πρώτη εκπομπή, ο διηγηματογράφος Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος φωτίζει πλευρές του άγνωστου Παπαδιαμάντη.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ Μένος Δελιοτζάκης

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Δεκ 27, 2011 12:54 pm


«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Οδυσσέας Ελύτης

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Δεκ 27, 2011 1:06 pm



Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας



Μάνα μου,
εγώ είμαι τ' άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..


Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ' όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη..

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Δεκ 30, 2011 3:35 pm




Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ


Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώσει την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.

Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κι εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είναι «αποκαής». Δεν είναι βέβαιον αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.

Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρα-Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο εις τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση.

Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάσει το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζει μοναχός του. ΎστερΆ απΆ ολίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την φέρει εδώ. Η κυρα-Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».

— Αυτά δεν τΆ ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσΆ εργένης· για εργένη σΆ έβαλα. Αν εννοείς να μου φέρεις εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσεις την κάμαρα … σαν τελειώσει ο μήνας που έχεις πληρώσει.

Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτΆ ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεβάτι κι ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:

Βασίλω μΆ, κάτσε φρόνιμα,
σαν τΆ άλλα τα κορίτσια…
Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
σου δίνω το βοτάνι…

Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις κατώρθουν νΆ ακούουν οι γείτονες.

Μωρέ κόσμος, ντουνιάς ! … μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος … Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; … ΣΆ ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και τι κάνετε σεις; … Ο κόσμος είναι τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου … μπου ντουνιά τσαρκ φελέκ! … Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε σΆ αφήνω, δε σΆ απαρατάω˙ εσκί ντοστ ντουσμάν ολμάζ! … Παλιός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κι η τιμή τιμή δεν έχει … Είναι τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου … Κι έχει τιμολόγιο, μαθές, η τιμή; Μια γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει; … Να σου πω εγώ πόσα έχει … Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης, η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα … Αυτό είναι το τιμολόγιο! …

Επί τινα λεπτά έπαυε νΆ ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να μονολογεί:

— Έχουν αξία όλα τΆ άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που μόνον οι παράδες έχουν τιμή; … Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτό το μουχλιασμένο, το βρώμικο … Πότε θα βάλεις γνώση; … Έπρεπε να ζει διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέσει να καταλάβει καλά τον κόσμο… Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω … Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τΆ άγια χώματα; … Του Ρωμιού η γνώση ύστερα έρχεται … Γιουννανίν ακίλ σοραντάν γκελίορ!

Μίαν πρωίαν η κυρα-Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να ξεμυτίζει απΆ την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλες και φιόγκους στα μαλλιά, νΆ ανεμίζει ένα φουστανάκι, και να γλιστράει εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγει ως αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, σχεδόν γριούλα.

Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθεί στην γειτονιά το σπίτι της. Και θα της κάμει την χάρη να της αδειάσει την γωνιά.

Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κι ελεύθερη γυναίκα. Είχεν αρχίσει να χωρατεύει ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον πειράζει. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του βραχίονός της, κι εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλει φωνάς.

— Έ! καημένε, κυρ Βαγγέλη! … δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής … δεν σΆ ακούσαμε καμμιά βραδιά να μας παίξεις κι εδώ τίποτα … Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.

— Ησύχασε, κυρά μου, κι ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ! … Εδώ η κυρα-Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.

Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κι έκαμνε τάχα πως το παίζει.

— ¶φησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! … Δεν είναι για τα χεράκια σου…

Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την οποίαν ήθελε να δώσει σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.

Επανήλθε διά να κοιμηθεί την μίαν μετά τα μεσάνυκτα. Καθώς εμβήκεν από την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατΆ αρχάς εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, είτα με τους όνυχας ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.

— ¶νοιξε, Μαριώ μΆ, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μΆ! άνοιξε.

Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης ήρχισε να μονολογεί έξωθεν της θύρας:

— Ξένοι στα ξένα, κυρά μΆ ! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος, κυρά μΆ ! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνον του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά Άμ! … «ΣΆ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στΆ όνειρό σου! …»

ΕΠΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Δεκ 30, 2011 3:37 pm

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

2ο ΜΕΡΟΣ

Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν· ήνοιξε την ιδίαν θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κι έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.

Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν, ήκουσε την Κατερνιώ απΆ έξω να διακωδωνίζει προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είναι αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.

ΑλλΆ η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είναι κακός», την έκαμνον να θορυβεί.

Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις διεμαρτύρετο λέγουσα :

— Και ποια είμΆ εγώ ! … Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, ο χαμένος! … Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.

Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον κι εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να εξέλθει.

Η κυρα-Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και του λέγει:

— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρεις κάμερα, να κουβαλιστείς ! … Ας μην ετελείωσε κι ο μήνας ! … καλύτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά, όσα κάνει για τις μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο σπίτι μου, ακούς; …

— Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά ! …

Δεν επρόφθασε να τελειώσει τον λόγον, και, πατ, κιούτ ! του έρχονται δύο κατακεφαλιές εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε πλησιάσει εκ των νώτων, κι εννοούσε να εκδικηθεί διά την προσβολήν.

— Φχαριστώ, κερά μου … μη χειρότερα !

Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.

— Θέλησα να σου κάμω μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου το ζήτησες … είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι μερακλήδες. Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.

¶πορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξίας.

Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθΆ όλην την επιούσαν, είτε ηρεύνα είτε όχι διά να εύρει δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».

Είτα ερωτά:

— Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης ;

Η κυρα-Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:

— Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγει, θα κουβαλισθεί.
— Απόψε θα έρθει ;
— Δεν ξέρω.
— Γιατί ; Πώς γίνεται, να μην έρθει να κοιμηθεί;
— Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.
— Δεν είσαι τουλόου σου, η σπιτονοικοκυρά ; Και πώς γίνεται να μην ξέρεις; Τρέχει, μαθές, τίποτε ;
— Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες, είπε λαβούσα τον λόγον η Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
— Σώπα συ, την επέπληξεν η μάννα της.
— Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που να Άρθει, είπεν η ξένη.

Αι γυναίκες δεν απήντησαν.

— Εγώ είμΆ εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.
— Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.
— Τι είπες, κυρά ;
— Τίποτε.
— Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθίσω εδωδά να τον περιμένω; Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
— Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;

Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθισεν εκεί, εις το κατώφλιον.

— Μαμά, πες της να πάει από εκεί που Άρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά εδώ τις ξαδέρφες του! …

Η γραία ήτον συλλογισμένη.

— Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείσει το νοίκι .. Τι να κάμω, ξέρω κι εγώ; … Θέλεις να τρέχουμε στις αστυνομίες; … Όποιος έχει κάμαρες και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει … έχει να κάμει με λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου …

Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξεύρει, ακριβώς πλησίον της κλειστής θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθισεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την δέσμην ταύτην πλησιέστερος προς εαυτήν.

Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κι εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η Γιάνναινα :

— ¶κουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κι έχεις ρούχα· μην είσαι για ξενύχτι απόψε εδώ; … Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς! … Αλλού να κοπιάσεις! … Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο …

Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε :

— Δεν ξέρω κι εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψΆ εδώ ή όχι! … Ο ίδιος θα μου πει… Εγώ τα Άχω αλλού τα ρούχα μου … Αυτά που βλέπεις δεν είναι ρούχα … Να τον ιδώ μόνο και μπορεί να με οδηγήσει αλλού να φύγω …
— Δεν είναι ρούχα, αμμή, τι είναι; εφώναξεν η Δημητρούλα.

Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:

— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τα Άχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;

Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.

— Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.

— Α! ήρθες, βλέπω, με τις κόττες σου, κυρά.

ΕΠΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Δεκ 30, 2011 3:38 pm

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

3ο ΜΕΡΟΣ


Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, εισελθόντος από την αυλόπορταν.

— Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα αυτόν.

Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη διΆ ολίγων λέξεων ότι η ελθούσα είναι πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάσει το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είναι διά ταξίδι, αύριον ή μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάσει, ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, αφού κι αυτός, άμα εύρει δωμάτιον θα μετοικήσει, ας επιτρέψει η κυρα-Γιάνναινα να μείνει κι η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρα-Γιάνναινα επιμένει ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώσει ο μήνας, αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρει δωμάτιον και θα φύγει, κι αυτός κι η εξαδέλφη του. Μια βραδιά είνΆ αυτή.

Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, αλλά δεν ήθελε να το δείξει· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις μίαν οικοκυράν, οπού έχει σπίτια κι ενοικιάζει, να φαίνεται δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.

— Τι να κάμουμε, πλέον ! … είπε με στρυφνόν τρόπον.

ΑλλΆ ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε να προσθέσει :

— Ξέρεις, απΆ το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης … Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπίτι σου και τι τους έχεις, αν είναι γενιά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζεις ποιόν μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σού το Άχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωση να μου κάμεις, με προθεσμία … Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή πλιότερο ψωμί τρώεται με το μέλι, που λέγει ο λόγος, για να Άμαστε εξηγημένοι φιλικώς … Κι αν εσφάλαμε πάλι κι εμείς, συμπαθάτε μας και Θεός σχωρέσΆ σας.

Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την γυναικούλαν εκείνην, την μισόγριαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να βγαίνει ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε οι δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.

Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε έλεγε πως θα φύγει αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. Ωμιλούσε δια τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπίτι, και θα πάει να τα πάρει, και πού να τα βάλει, και πού να τα κουβαλά … και θα φύγει αύριον διά ταξίδι … Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφός» της ο Βαγγέλης.

Η κυρα-Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν τού υπενθύμιζεν ότι πρέπει να εύρει δωμάτιον να φύγει· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικήσει, και επιφυλάσσεται να πληρώσει μόνον τις μέρες, οπού θα έκαμνεν να δίδει την ημέραν, καθΆ ην έμελλε να μετακομισθεί εις άλλο οίκημα.

ΚατΆ ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη τις κόττες της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρα-Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν τής νυκτός και τής ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. Σχεδόν δεν άφηναν κανέναν νοικάρην να χορτάσει τον ύπνον, τόσον δυνατά και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κι οι κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κι οι δύο πετεινοί με τις τρεις κόττες ετρέφοντο κι επάχυναν καλά εκεί μέσα.

Η κυρα-Σταυρούλα δεν τας άφηνε ποτέ να εξέρχονται εις την αυλήν. Κι η ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμει τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να ψωνίσει τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώσει καλά την θύραν, και να βάλει το κλειδί εις την τσέπην της.

Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κι η κυρα-Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είναι κι αυτή μια «από κείνες». Δεν την άφηναν να προκύψει εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν καυγά εναντίον της. Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθεί, να τους αδειάσει την γωνιά, να ξεβρωμήσει απΆ εκεί αυτή κι οι κόττες της.

Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.

— Τι κόσμος είνΆ αυτός, καλέ ;

Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη του ο σκύλος την ουράν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Δεκ 30, 2011 3:39 pm

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

4ο ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ


Μίαν εσπέραν, ότε έγινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγινε λίμνη. Όλων τα οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.

— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και το παπλωματάκι μου, κοίτα, πώς έγινε!

Ευρέθη να έχει πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά τις κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.

Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν αποτόμως να φύγει, τέλος πάντων, επειδή κι αυτός θέλει να φέρει εδώ «την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθεί.

Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την διώχνει, διά να φέρει την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον εκείνη την οποίαν είχεν ιδεί να προβάλλει μίαν πρωΐαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγιναν «το ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κι εκήρυξαν πόλεμον κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλοντο ότι επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.

— Ακούς! να διώχνει, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας κουβαλήσει εδώ την παλιοπατσαβούρα ! …

Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κι επήγε να βρει, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθεί».

Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη εφαίνετο πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η Γιάνναινα κι η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή οτιδήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.

Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τΆ όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.

— Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !... η μουρλουλού, η ζουρλουλού !...

Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού».

Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία δεν μπόρεσε να τον βαστάξει πλησίον της, κι εκείνος τής έφυγε … και καλά που έκαμε !
Εν τοσούτω, μετΆ ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγει οι πετεινοί δεν είχον ακουσθεί εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες της κυρα-Γιάνναινας και του λέγει :

— Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε … πάει στα χωριά του Βόλου … Είδες δα, κι εκείνη η Γιάνναινα, κι οι άλλες εκεί, τι κόσμος ! Πώς την εσκυλόβριζαν άδικα την καημένη.

Τότε μόνον διά πρώτη φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του :

— Α! ήτον δασκάλα! … ΓιΆ αυτό είχε τους κοκόρους! Σε κανένα Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.





ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1900)

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Ιαν 03, 2012 10:19 am


Σαν σήμερα, 3 Γενάρη του 1911, πεθαίνει στη Σκιάθο, μόλις στα 60 του χρόνια, ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων, ο κυρ Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Ιαν 03, 2012 1:34 pm

Η ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


Κανεὶς εἰς ὅλον τὸ χωρίον δὲν εἶχεν ὡραιότερον περιβολάκι ἀπὸ τὸν ἐξάδελφόν μου τὸν Γιαννιόν. Καθ᾽ ἑκάστην περὶ τὸ δειλινὸν ἐπέβαινεν εἰς τὸ μικρὸν γέρικον ὀνάριόν του καὶ ἐξετέλει τακτικὴν ἡμερησίαν περίοδον ἀνὰ τὸ ὡραῖον κηπάριον, ὁπόθεν πρὸς ἑσπέραν ἐπέστρεφεν ἀποφέρων τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του. Οἱ γέροντες ἀπόμαχοι, οἱ καθήμενοι παρὰ τὴν προκυμαίαν, βλέποντές τον ἐπιστρέφοντα ἀργὰ-ἀργὰ ἐκ τῆς καθημερινῆς ἐκδρομῆς του, ἔλεγαν:

― Νά, ὁ Γιαννιὸς ἔρχεται πάλι ἀπ᾽ τὸ περιβολάκι του.

― Καὶ φέρνει καὶ τὶς λαχανίδες του.

― Καὶ τὰ κουνουπίδια του καὶ τὰ μποστανικά του.

― Πῶς τὰ καταφέρνει!

― Σὰν νὰ τὸν γνωρίζουν.

― Λὲς καὶ τὰ ἔχει γητεμένα!

Ὁ ἐξάδελφός μου ὁ Γιαννιὸς δὲν ἔτεινε τὸ οὖς εἰς τὰ ποικίλα ἢ μᾶλλον στερεότυπα ταῦτα σχόλια, ἀλλ᾽ ἀντιπαρήρχετο ἀδιάφορος, ἀφοῦ προσέδενεν εἴς τινα πάλον τὸ ὑποζύγιόν του, καὶ ἀποκομίζων τὰ «λαχανικὰ» τὰ ἐπώλει ἢ τὰ ἔφερεν οἴκαδε, κατὰ τὴν περίστασιν.

Καὶ ἀφοῦ ἀνεπαύετο τὴν ἑσπέραν ἐκ τοῦ μετρίου καμάτου τῆς ἡμέρας, μέλλων ὁσονούπω ν᾽ ἀναπαυθῇ διαρκέστερον ἐκ τῶν πολλῶν μόχθων τῆς ζωῆς του, τὴν ἄλλην ἡμέραν πάλιν, περὶ τὸ δειλινόν, ἔλυε τὸ ὀνάριόν του, ἐπέβαινεν εἰς αὐτὸ καὶ ἐξήρχετο πάλιν πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ περιβολίου του.

Ὁποῖον λαμπρόν, ἀχανές, μεγαλοπρεπὲς περιβόλι! Καὶ πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ θεῖος Ὅμηρος νὰ θέσῃ ἐκ παραλλήλου τὰς δύο παραβολὰς τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς!

Κινήθη δ᾽ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης
πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μὲν τ᾽ Εὖρός τε Νότος τε
ὤρορ᾽ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων·
ὡς δ᾽ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθών,
λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπὶ τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν,
ὣς τῶν πᾶσ᾽ ἀγορὴ κινήθη…

Τῷ ὄντι, τὰ χόρτα καὶ οἱ θάμνοι τοῦ περιβολίου τοῦ ἐξαδέλφου μου τοῦ Γιαννιοῦ, γιγαντιαῖα, πελώρια, ἄγρια ἢ κηπευτά, δὲν ἔπαυσαν νὰ ὀργώνωνται, νὰ σχηματίζωσιν αὔλακας καὶ νὰ εἶναι γαλήνια, ὁμαλά, ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Δὲν ἔπαυσαν νὰ συγχέωσι τὰς ἀτόμους των, νὰ εἶναι ποικιλόμορφα, ἀναλλοίωτα καὶ ρευστά, νὰ ὀρθῶσι τὴν χαίτην, νὰ στηλώνωσι τὰ στέρνα, νὰ φρίσσωσι, νὰ κροαίνωσι, νὰ βρέμωσι, νὰ ἠχῶσι, νὰ πλαταγῶσι, νὰ κτυπῶσι πᾶν ἀντίτυπον σῶμα. Καὶ οἱ Ζέφυροι προσέπαιζον κυλινδούμενοι ἐντός των, ὡς ἄτακτα παιδία, καὶ αἱ ἀπόγειοι καὶ αἱ τροπαῖαι ἡμιλλῶντο τίς νὰ αὐλακώσῃ βαθύτερον, τίς νὰ ὑπεγείρῃ ὑψηλότερον τὰ κυανᾶ καὶ πορφύρεα νῶτά των, μετὰ φωσφορίζοντος σελαγισμοῦ, μετ᾽ ἀκτινωτοῦ ἀφρώδους στεφάνου. Καὶ αὔρα ποντιὰς ἐθώπευε μαλθακῶς τὴν ἄσπιλον κυματίζουσαν ὀθόνην προκαλοῦσα ἀπείρους χαριέσσας, μυρμηκιζούσας, παροδικὰς ρυτίδας, ὡς ἐπὶ τοῦ μετώπου νύμφης βασιλίδος περικαλλοῦς, ἐπιδεικνυούσης παιδικὸν θυμὸν καὶ πεῖσμα, διάλειμμα μεταξὺ δύο μειδιαμάτων προκλητικόν, εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁποίου ὁ βυθὸς δὲν φαίνεται πλέον, καὶ ἡ ἐπιφάνεια παύει ἀνταυγάζουσα τὴν ἄπειρον τῆς κτίσεως φαιδρότητα.

Ὁ δὲ οὐράνιος θόλος κατωπτρίζετο ὅλος εἰς τὸν ἀπαράμιλλον κῆπον, ὃν ὁ ἥλιος ἔκαιε χωρὶς νὰ καταφλέγῃ τὰ βάθη του, διότι ὁ ἴδιος, ἅμα ἀπέκαμνεν ἐκ τῆς ἡμερησίας ἁρματοδρομίας, ἐβυθίζετο διὰ ν᾽ ἀναπαυθῇ εἰς τὸν βυθόν του, διὰ ν᾽ ἀκονίσῃ ἐν τῷ ὑγρῷ ἐργαστηρίῳ τὰς ἀμβλυνθείσας ἀκτῖνας. Ἡ σελήνη ἐγίνετο λαμπροτέρα ἐπαργυροῦσα τὰ στέρνα τῆς ἀχανοῦς ἐκτάσεως, τὸ ἄστρον τῆς ἑσπέρας ἐλούετο ἡδυπαθῶς εἰς τὰ νάματά της, καὶ αἱ Πλειάδες μετὰ γλυκείας παρθενικῆς σεμνότητος ἐμάρμαιρον εἰς τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη της, ὡς βολίδες εἰσδύουσαι, ζητοῦσαι νὰ μετρήσωσι τὸ βάθος, νὰ εὕρωσι τὸν πυθμένα.

Μυρίοι κρότοι ἀντήχουν εἰς τὰ ἄντρα καὶ εἰς τοὺς βράχους, ὅπου τὰ κράσπεδα τῆς ἀσπίλου ὀθόνης ἀπέληγον, πότε ὡς ἡδυπαθεῖς στεναγμοὶ ἔρωτος, πότε ὡς ἄγριοι πολέμων δοῦποι, πλήττοντες τὰς ἠχούς. Καὶ ἡδύπνοοι ὀσμαί, ἐλαφρὰ ἀρώματα, ἀπέπνεον πανταχόθεν, μυρώνουσαι τὰς αὔρας, καὶ ἅλμη καὶ θάλπος ἡλίου ἐσκλήρυνε τοὺς χρῶτας, ἠρύθραινε καὶ καθίστα μελαψὰς καὶ ἀρρενωπὰς τὰς ὄψεις τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ ὀνάριον τοῦ ἐξαδέλφου μου ἐβύθιζε τοὺς πόδας ἐν μέσῳ τῶν δροσερῶν πετάλων, προσπαιζόντων καὶ θροούντων περὶ τοὺς πόδας του, καὶ ὁ κῆπος ὁ μυστηριώδης ἐπρότεινε τὰ στέρνα ἀνοίγων τοὺς θησαυρούς του εἰς τὰς ἐπιδεξίους χεῖρας τοῦ πεπειραμένου κηπουροῦ.

Δι᾽ ὅλους τὸ περιβολάκι τοῦ Γιαννιοῦ τοῦ ἐξαδέλφου μου ἦτο βιβλίον ἀνοικτόν, ἀλλὰ βιβλίον μὲ ἱερογλυφικοὺς χαρακτῆρας, ἢ μ᾽ ἐκεῖνα τὰ «σήματα λυγρά», τὰ διατεθλασμένα, τὰ ἐγκεχαραγμένα ἐπὶ τῶν γυμνῶν κρανίων τῶν νεκρῶν, τὰ ὁποῖα λέγεται μὲν ὅτι σημαίνουσι τὴν μοῖραν τοῦ τεθνεῶτος, ἀλλ᾽ ἂν δὲν εἶναί τις μάντις, δὲν δύναται νὰ τ᾽ ἀναγνώσῃ… καὶ τοῦτο κατόπιν ἑορτῆς, ἀφοῦ ὁ νεκρὸς ἔζησε.

Ἀλλὰ διὰ τὸν ἄμοιρον ἐξάδελφόν μου ἦτο βιβλίον μὲ κεφαλαιώδεις λαμπροὺς χαρακτῆρας, σαφές, ἐναργὲς κ᾽ εὐανάγνωστον. Οὗτος ἐγνώριζεν ὅλα τὰ μυστήρια, ὅλα τὰ κοιλώματα, ὅλα τὰ ἄντρα τοῦ προσφιλοῦς αὐτῷ ἐδάφους. Ἠδύνατό τις μάλιστα, ὄχι κατὰ σχῆμα τετριμμένης προσωποποιίας, ἀλλὰ σχεδὸν κυριολεκτικῶς, νὰ εἴπῃ, ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ γέροντες ἀπόμαχοι τῆς προκυμαίας, ὅτι αὐτὰ μᾶλλον τὸν ἐγνώριζαν…

* * *

Τὸν ἐγνώριζαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου.

Ἦτο ἤδη ἑξηκοντούτης, καὶ ἀπὸ πεντήκοντα ἐτῶν, ἐκ τρυφερᾶς ἡλικίας δεκαετοῦς, δὲν εἶχε παύσει νὰ καλλιεργῇ τὸν κῆπόν του.

Πᾶς ἄνθρωπος ἐργάζεται δι᾽ ἑαυτόν, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἐργάζεται διὰ τοὺς ἄλλους· ὁ δύσμοιρος ὁ Γιαννιὸς εἰργάζετο διὰ τοὺς ἄλλους καὶ ποτὲ δι᾽ ἑαυτόν.

Δωδεκαέτης, ἔμεινε μόνος προστάτης τῆς μητρός, χήρας τριακοντούτιδος. Εἰκοσαέτης, ἦτο προστάτης τῶν ὀρφανῶν ἀδελφῶν του, ὀρφανὸς ὁ ἴδιος. Τεσσαρακοντούτης, ἦτο προστάτης ἔτι μεγαλυτέρας ὀρφανίας, τῆς τῶν ἀνεψιῶν του.

Ὅλοι οἱ νέοι ἀγωνίζονται διά τινα φιλοδοξίαν, ποθοῦσι τὸν γάμον, μελετῶσι τὴν ἀποκατάστασιν. Ὁ ταλαίπωρος ὁ Γιαννιὸς δὲν ἐτόλμα οὐδὲ νὰ ὀνειροπολήσῃ τοιοῦτό τι.

Χωρὶς νὰ νυμφευθῇ, εἶχεν οἴκοι τρεῖς γυναῖκας. Ἡ μοῖρα τοῦ τὰς ἐκληροδότησε.

Τὴν μίαν του ἀδελφὴν ἠδυνήθη μετά τινα ἔτη νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ. Ἀλλ᾽ αὕτη μόλις ἀπέκτησε δύο κόρας κ᾽ ἐχήρευσε.

Μόλις ἐχήρευσεν ἡ μία, κ᾽ ἐκακοπανδρεύθη ἡ ἄλλη.

Αὕτη ἔλαβεν ἄνδρα, ὅστις τῆς ἔφερεν ἐκ τοῦ χωρίου του τὴν ἐκ τοῦ πρώτου γάμου ὀκταέτιδα παιδίσκην 〈του〉, συνέζησεν ὀλίγους μῆνας μετ᾽ αὐτῆς, καὶ ἀπεδήμησε. Μετέβη εἴς τινα πόλιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου εἰργάζετο χειρωνακτῶν.

Ἀναχωρῶν δὲν εἶχεν ὀβολὸν νὰ τῆς ἀφήσῃ.

Τότε δὰ ὁ πτωχὸς ἐξάδελφός μου ὁ Γιαννιὸς «τὰ εἶχε μεριά, τὰ ἔκαμε φόρτωμα». Ἐκτὸς τῆς ἀσθενοῦς γραίας μητρός, τῆς χήρας ἀδελφῆς καὶ τῶν ὀρφανῶν ἀνεψιῶν του, ὤφειλε νὰ βοηθῇ καὶ τὴν ὕπανδρον ἀδελφὴν μετὰ τῆς προγονῆς της. Ὁ ἴδιος ὠνόμαζε τοῦτο γραφικῶς καὶ λίαν βαναύσως «σαμάρι καὶ πανωσάμαρο».

Ἄλλοτε, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ οἴκου μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, εἰς τὴν διπλῆν χηρείαν, εἰς τὴν πολλαπλῆν ὀρφανίαν τῶν οἰκείων, εἰς τὴν ἰσόβιον θητείαν ἑαυτοῦ, ἔλεγε σχετλιαστικῶς κ᾽ εὐθύμως ἅμα χαρακτηρίζων τὴν τύχην των: «Θελὰ-κάψ᾽ ὁ Θιὸς δυὸ σπίτια, ἔκαψ᾽ ἕνα καὶ καλό».

Παρελείψαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Μοῖρα τοῦ εἶχε χαρίσει κ᾽ ἕνα ἀδελφόν, ἀλλὰ τί προκομμένος ἀδελφός!

Οὗτος ἦτο κατὰ δέκα ἔτη νεώτερός του, αὐτὸς τὸν εἶχεν ἀναθρέψει ὀρφανόν. «Τὸν ἀνάστησε, τὸν ἔκαμε κλωνάρι», καθὼς ἔλεγεν ἡ μήτηρ των. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐβγῆκε «τῆς ἐλιᾶς τὸ φύλλο».

Ἀφοῦ ἐπί τινα ἔτη ἐγύριζε ναύτης ἐν τῷ Αἰγαίῳ μὲ γολέτες καὶ μὲ βρίκια, τέλος ἐπῆρε τὸ φύσημά του διὰ τὴν Ἀμερικήν, καὶ ἀπὸ δεκαετίας οὐδὲ γράμμα ἔστειλε πλέον.

Ποῦ ἦτο; Εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν. Τί ἔκαμνεν; Εἶχε νυμφευθῆ μίαν Κουακερίδα.

Εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν· ὁποία εἰρωνεία λέξεων! Μίαν Κουακερίδα· ἀπὸ τοὺς πολλοὺς βατράχους ποὺ ἔτρωγε (παρετήρησεν ὁ Γιαννιός), κατήντησε νὰ πάρῃ τὴν φωνήν των… ὡς γυναῖκα!

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Γιαννιὸς ἐξεφράζετο μετὰ πικρίας περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἡ γραῖα, ἡ μήτηρ του, ποτὲ δὲν τοῦ εἶπεν ἕνα εὐχαριστῶ τοῦ πτωχοῦ σκλάβου. Αἱ λογομαχίαι δὲ μεταξύ των ἐτραχύνοντο ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀδελφοῦ τούτου, πρὸς ὃν ἡ γερόντισσα ἔτρεφεν ἀδυναμίαν τυφλὴν καὶ δὲν ἠνείχετο ν᾽ ἀκούῃ κακὸν ἐναντίον του. Ἡ πτωχὴ γυνὴ ἐφαντάζετο ὅτι ὁ Γιαννιὸς ὅ,τι ἔκαμνε τὸ ἔκαμνε φυσικῶς, διότι ὤφειλε νὰ τὸ κάμνῃ, ποτὲ δὲ δὲν τῆς ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν ὅτι καὶ οὗτος ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ τὴν ἐγκαταλίπῃ, καθὼς τὴν ἐγκατέλιπεν ὁ νεώτερος, καὶ εἶχε δίκαιον· ὁ Γιαννιὸς ἦτο ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνὰ μὲν γογγύζουσιν, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀποκαρτεροῦσι.

Τέλος ὁ καημὸς τῆς ἀπουσίας τοῦ νεωτέρου υἱοῦ, αἱ στερήσεις, αἱ ταλαιπωρίαι καὶ ἡ κακοπάθεια τὴν ἔφεραν εἰς τὸν τάφον.

Ἔμεινεν εἰς τὸν Γιαννιὸν ἡ πρεσβυτέρα ἀδελφὴ μὲ τὰς δύο κόρας της, καὶ ἡ νεωτέρα μὲ τὴν προγονήν της.

Ὅλαι ἀπέζων ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ Γιαννιοῦ καὶ ἐκ μικρῶν εἰσοδημάτων τῆς ἀμπέλου καὶ τοῦ ἐλαιῶνος.

Ἡ ἔγγαμος ἀδελφὴ ἐβράδυνε νὰ λάβῃ εἰδήσεις παρὰ τοῦ συζύγου της. Τέλος μετὰ ἓξ μῆνας τὴν ἐνθυμήθη καὶ τῆς ἔστειλε τέσσαρας λίρας. Εἶτα τὴν ἐλησμόνησεν ὁριστικῶς.

Καὶ ὁ Γιαννιὸς ἀρρώστησεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἔπαυσε νὰ τῆς δίδῃ.

Μὲ αὐτὰς τὰς τέσσαρας λίρας, πρὸς τῇ μικροῦ λόγου ἀξίᾳ εἰσκομιδῇ, τῇ ἐκ τῶν καρπῶν, ἔζησεν αὐτὴ καὶ ἡ προγονή της τρία ἔτη.

Καὶ τὴν προγονὴν ταύτην τὴν ἠγάπησεν ὡς τέκνον της. Εὐτυχῶς δὲν ἀπέκτησεν ἰδικά της τέκνα.

Ἀλλά, ταλαίπωρος γυνή! καθώς ποτε ἡ ὁσία Μαρία εἰς τὴν ἔρημον τὴν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ἔζησε δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα ἔτη μὲ δύο ἄρτους, οὕτω καὶ αὐτή, εἰς τὴν ἔρημον ταύτην τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, εἰς τὴν χέρσον τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν εὐγενῶν παλμῶν, ἔζησε τρία ἔτη μὲ τέσσαρας λίρας.

Καὶ ἡ μὲν ὑπεράνθρωπος ἐκείνη ὁσία εἶχεν ἁμαρτίας νεότητος πρὸς ἐξιλασμόν, αὕτη δὲ ἡ πτωχὴ γυνὴ ἦτο ἁπλοϊκὴ καὶ ἀφωσιωμένη καὶ τόσον ἀμνησίκακος, ὥστε ἀποθανοῦσα ἐκληροδότησεν ἐκ τῆς πτωχικῆς προικός της εἰς τὴν προγονὴν τὸν οἰκίσκον καὶ τὴν ἄμπελον, ἀφήσασα τὸν ἐλαιῶνα μόνον εἰς τὰς ὀρφανὰς ἀνεψιάς της.

Ἐκεῖναι δὲ σεβόμεναι τὴν μνήμην τῆς θείας, μόλις ἐμεμψιμοίρησαν ὀλίγον τι μὲ ψίθυρον φωνήν1.

* * *

Διὰ ποῖον ἐπενθηφόρει ἡ Μαυρομαντηλού;

Διὰ τίνα ἄλλον εἰμὴ διὰ τὸν Γιαννιὸν τὸν ἐξάδελφόν μου;

Ἵστατο μεταξὺ τῶν γιγαντιαίων ρευστῶν θάμνων, παρὰ τὴν ἐσχατιὰν τοῦ μεγαλοπρεποῦς ὑγροῦ πεδίου, ὑψοῦσα τὴν αἰχμηράν, μόλις ὁρατὴν κεφαλήν, μίαν σπιθαμὴν ὑπὲρ τὴν λείαν ἐπιφάνειαν. Ἵστατο κ᾽ ἐφαίνετο προκαλοῦσα τὸν διαβάτην, τὸν τολμητίαν, ὅστις θὰ εἶχε τὸ θράσος νὰ τὴν ἀψηφήσῃ.

Ἡ Μαυρομαντ᾽λού! Ἡ Μαυρομαντ᾽λού!

Οἱ γέροντες τὴν ἐνθυμοῦντο ἀπὸ τριῶν γενεῶν τοιαύτην. Κανεὶς δὲν τὴν εἶδε ποτὲ λευκόπεπλον.

Καὶ ἀπὸ τοὺς προπάππους των τοιαύτην τὴν εἶχον παραλάβει. Μαυρομαντ᾽λού, αἰωνίως πενθηφοροῦσαν.

Καὶ διατί τάχα δὲν θὰ ἐπενθηφόρει δι᾽ ἄλλον εἰμὴ διὰ τὸν Γιαννιόν; Ἀλλὰ καὶ διατί ὄχι διὰ τὸν Γιαννιὸν ἀλλὰ δι᾽ ἄλλον;

Οὔτε αὐτὸς οὔτ᾽ ἐκείνη ἐγνώρισάν ποτε εὐτυχίαν.

Ὅσον ἔρωτα εἶχεν ἀπολαύσει ποτὲ ἡ Μαυρομαντ᾽λού, ἄλλον τόσον ἀπέλαυσε καὶ ὁ Γιαννιὸς ὁ ἐξάδελφός μου.

Κ᾽ ἐκείνη μέν, τίς οἶδεν, ἐάν ποτε ὑπῆρξε γυνή, πρὶν ἀπολιθωθῇ καὶ γίνῃ πέτρα, ἂν ὅτε ἦτο γυνὴ ἐγνώρισεν ἔρωτα· ὁ δὲ Γιαννιὸς ὁ ἐξάδελφός μου οὐδ᾽ ἔτρεφεν ἐλπίδα ν᾽ ἀπολιθωθῇ τοὐλάχιστον καὶ γίνῃ πέτρα.

Ἀτυχὴς Μαυρομαντ᾽λού! Ταλαίπωρε Γιαννιὲ ἐξάδελφέ μου!

* * *

Παρὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τοῦ ὡραίου τριπλοῦ λιμένος τῆς παραθαλασσίου κώμης, ὅπου τὸ κῦμα, ὑπὸ ἐλαφροῦ ζεφύρου ρυτιδούμενον, σκάζει καὶ δεικνύει μέλαιναν αἰχμὴν ὑπὸ ὑγρᾶς λευκῆς παρυφῆς περίρρυτον, ἐκεῖ ἀνίσχει τὴν κεφαλὴν ἡ Μαυρομαντηλού.

Ὅλοι οἱ βράχοι ἵστανται πέριξ ἀσάλευτοι, μετ᾽ ὀλυμπίου εἰρωνείας ὑπερορῶντες τὰς ἀπέλπιδας προσπαθείας τοῦ μανιώδους κύματος.

Μόνη ἡ Μαυρομαντηλοὺ νεύει μακρόθεν, νεύει διὰ τῆς κεφαλῆς εἰς τὸν θρασὺν ναυβάτην, τὸν ἐπιβαίνοντα οἰκτρᾶς σανίδος καὶ παραδέρνοντα εἰς τὸ πέλαγος, τὸν ἀγωνιῶντα νὰ εὕρῃ εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου τροφὴν δι᾽ ἑαυτὸν καὶ διὰ τοὺς φιλτάτους.

Φαίνεται νὰ τὸν καλῇ πλησίον της ὡς ἄλλη σειρήν, σειρὴν ἄφωνος καὶ ἄψυχος.

Ὁμοιάζει μὲ ναυάγιον προσηλωμένον ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν χρόνων, πληττόμενον ὑπὸ τοῦ ἀφρίζοντος κύματος, κραδαινόμενον καὶ σεῖον τὴν κεφαλήν, κεφαλὴν φώκης ἐλλοχώσης ἐκεῖ ἀπὸ αἰώνων.

Μόνη ἡ κεφαλὴ τῆς φώκης σείεται ἀπατηλῶς νεύουσα· ἡ οὐρὰ εὑρίσκεται ἐμπεφυκυῖα εἰς τὸν πυθμένα· ἡ ρίζα διατείνει τὰς ἶνας πέραν τοῦ βυθοῦ, ἐμπεπηγυῖα εἰς τὸν βράχον.

Ἄλλως οὐδ᾽ ἡ κεφαλὴ σείεται. Τὸ κῦμα μόνον ρήγνυται καὶ πλαταγεῖ καὶ περιρρέει. Τὸ κινούμενον φαίνεται ὡς νὰ κινῇ.

Λέγεται, ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει; ―καὶ ὅμως ἂν ἦτον ἀληθές!― ὅτι ἡ Μαυρομαντ᾽λοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ, μήτηρ ἑπτὰ υἱῶν· ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοί της, ἔμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος· ὅτι ἵλεως μοῖρα, σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός, τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον, καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ, οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοῦ, μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της, τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον, χαιρεκακοῦσαν μακρόθεν ὅταν βλέπῃ συμφορὰς καὶ πνιγμοὺς ἀνθρώπων εἰς τὸ πέλαγος, προσδεχομένην ὡς ἱλαστήριον θυσίαν τὰ ἐκβραζόμενα ὑπὸ τῶν κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τὸν πόνον της ἐκεῖ εἰς τὸν πόντον. Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού.

Ἀγνοῶ τί μοιραῖον ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Μαυρομαντηλοῦς καὶ τοῦ Γιαννιοῦ, τοῦ ἐξαδέλφου μου· ἀλλὰ πάντοτε αὕτη, διαβαίνοντα πλησίον ἢ μακράν, τὸν ἐκάλει, τὸν ἐκάλει.

Φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε μυστηριώδης τις σύνδεσμος· αὕτη ἦτο ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν Μαυρομαντηλού· κ᾽ ἐκεῖνος ἐκ τρυφερᾶς ἡλικίας οὐδὲν ἄλλο ἔβλεπε γύρω του ἢ μαύρας μαντήλας.

Ἔπλεε σχεδὸν καθημερινῶς εἰς τὰ νερά της· διασχίζων κατὰ μῆκος καὶ πλάτος τὸν ὡραῖον τρίκολπον λιμένα, ἐπεσκέπτετο ὅλους τοὺς ὅρμους, ἐξηρεύνα ὅλα τὰ ὑποβρύχια σπήλαια, διωνύχιζεν ὅλους τοὺς διαποντίους θαλάμους.

Ἔπλεεν ἀπὸ ἀγκάλην εἰς ἀγκάλην, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιάν, ἀπὸ βράχον εἰς βράχον. Ἤξευρεν ὅλας τὰς κρύπτας τῶν πολυπόδων, ὅλα τὰ θαλάμια τῶν μουγγριῶν, ὅλα τῶν ἀστακῶν τὰ ἐνδιαιτήματα.

Ποτὲ ὀρφὸς δὲν τὸν διέφευγε καὶ αἱ συναγρίδες ἐγοητεύοντο ἀπὸ τὸ ἄγκιστρόν του.

Ὁσάκις ἠσμενίζετο νὰ ἐκπλήξῃ ὀλίγον τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων, τοὺς θαυμάζοντας τὸ ποσὸν μᾶλλον ἢ τὸ ποιὸν (σπανίως ἄλλως τὸ ἔκαμνε, διότι δὲν ἠγάπα ν᾽ ἁλιεύῃ μὴ ἐκλεκτοὺς ἰχθῦς), εἶχε μέθοδον ἰδικήν του.

Ἐγνώριζεν ὅτι «πᾶν τὸ θηρώμενον ἀμοιβαίως θηρᾶται καὶ τὸ μισούμενον μισεῖ». Ἤξευρεν ὅτι ὅπως ἡ γάττα μάχεται τὸ ὀψάριον, οὕτω καὶ τὸ ὀψάριον μάχεται τὴν γάτταν.

Τοῦτο τὸ ἔπραξε μόνον δὶς ἢ τρίς, καὶ διὰ νὰ φουρκίσῃ τοὺς ἀνθρώπους ξενικῆς τινος τράτας, ἁλιευούσης μὲ σαγήνην, πρὸς ἣν ἄλλως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ. Ἡλίευσε λοιπὸν μὲ δολώματα ἐκ κρέατος θνησιμαίας γάττας.

Τοὺς δὲ οὕτως ἀγρευθέντας ἰχθῦς (εἶχεν ἀγρεύσει μόνος του πλείονας ἢ πεντήκοντα ὀκάδας, ὅσας καὶ ἡ ἀντίζηλός του τράτα) δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς πωλήσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς νήσου· τοὺς ἐπώλησεν ὅλους εἰς αὐστριακόν τι ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἠσχολεῖτο δῆθεν «νὰ μετρῇ τὰ νερά», ὁρμοῦν εἰς τὸν λιμένα. Εἶπεν εἰς τοὺς συμπατριώτας του: «αὐτὰ τὰ ψάρια δὲν εἶναι γιὰ σᾶς, εἶναι γιὰ κείνους ποὺ τρῶνε καὶ τὶς γάττες».

Οὐδεὶς ὅμως ἐνόησε τί ἔλεγεν.

Ἔπλεε συχνὰ εἰς τὰ νερὰ τῆς Μαυρομαντηλοῦς, τρέφων παράδοξον στοργὴν πρὸς τὸν μονήρη τοῦτον βράχον, ὅστις μόλις ἀνέτεινε τὴν κορυφὴν ὑπὲρ τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος, ὡς κολυμβητὴς κεκμηκὼς καὶ ἀναπαυόμενος ὕπτιος ἐπὶ τῶν κυμάτων. Ἐγνώριζεν ὅλα τὰ ἄντρα καὶ τὰ μυστήρια τοῦ βράχου αὐτοῦ, ὅπου ἀνεκάλυπτε θαλασσίους θησαυρούς, ἀστακοὺς καὶ καραβίδας ὑπερφυεῖς τὸ μέγεθος, καὶ κογχύλας καὶ πεταλίδας καὶ ἄλλα ἀκόμη ἡδύγευστα ὄψα.

Ἀλλὰ παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχή, καθ᾽ ἣν ὁ Γιαννιὸς ἦτο κύριος δύο ὑπερηφάνων λέμβων, τῆς «Ἑπταλόφου» καὶ τῆς «Ἁγίας Σοφίας», ἐποχὴ καθ᾽ ἣν ὡς μόνην τροφὴν τῶν ὀνείρων του εἶχε τὴν παρὰ τὸν Βόσπορον ἀποκατάστασιν τοῦ Γένους. Οἱ Μεγαλοϊδεᾶται, ὅσοι ἐπέζων ἀκόμη, εἶχον ἐντελῶς ἀπογοητευθῆ, καὶ μετ᾽ αὐτῶν καὶ ὁ Γιαννιὸς ὁ ἐξάδελφός μου.

Τώρα ὁ Γιαννιὸς δὲν εἶχε πλέον ἢ μίαν λέμβον, ὑπόσαθρον καὶ αὐτὴν καὶ σχεδὸν συνηλικιῶτιν τοῦ ἐπιβάτου της. Ἓν λοιπὸν Σάββατον, περὶ τὰ μέσα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐπέβη εἰς τὴν γεροντικὴν ἄκατόν του καὶ ἤρχισε νὰ ἐλαύνῃ τὰς κώπας κατευθυνόμενος πρὸς τὰ νερὰ τῆς Μαυρομαντηλοῦς.

Ὁ Γιαννιὸς εἶχε, καθὼς ὅλοι οἱ ἔμπειροι κωπηλάται, ἴδιον τρόπον εἰρεσίας, καὶ ἤξευρε νὰ δίδῃ δρόμον εἰς τὴν λέμβον, χωρὶς νὰ φαίνεται ὅτι ἀγωνιᾷ καὶ χωρὶς νὰ ἱδρώνῃ. Ἤλαυνεν ὁμαλῶς καὶ ἠρέμα, ἀλλὰ συνεχῶς, συντόνως καὶ μετὰ λανθανούσης ρώμης. Σχεδὸν δὲν ἐφαίνοντο αἱ κινήσεις τῶν χειρῶν, καὶ ἀδιοράτως προένευε καὶ ἀνέπιπτεν.

Ἄλλως εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ γηράσκῃ καὶ ἐξησθένει καὶ ἔπασχεν. Ἦτο ποδαλγὸς καὶ σχεδὸν ἡμιπλὴξ κατὰ τὰ ἀριστερὰ κῶλα.

Ἐπὶ τῆς λέμβου ἔφερεν ἁλιευτικά τινα σύνεργα· τὸν γάντζο, δι᾽ οὗ ἀνείλκυε τὰ ὀκταπόδια, τὸ καμάκι, δι᾽ οὗ ἐλόγχιζε τοὺς λάβρακας καὶ τοὺς ἀστακούς, τὸ σηπιογυάλι, δι᾽ οὗ ἐξεμαύλιζε τὰς σηπίας, τὴν λαδιά, δι᾽ ἧς ἔπλαττεν ἐν τῇ θαλάσσῃ τεχνητὴν γαλήνην καὶ καθίστα διαυγῆ τὸν βυθόν. Διότι εἰς ταῦτα περιωρίσθη κατὰ τὸ γῆράς του (πρόσθες καὶ τὴν πράγκα*, καὶ τὴν ἀπόχη καὶ ἄλλα τινά), ἀφήσας εἰς τοὺς νεωτέρους δίκτυα καὶ παραγάδια καὶ συρτές.

Μετὰ ἡμισείας ὥρας σύντονον κωπηλασίαν ἔφθασεν εἰς τὴν γειτονίαν τῆς Μαυρομαντηλοῦς. Ἔφθασεν ἁπλῶς διὰ νὰ διασκεδάσῃ τὴν μελαγχολίαν του, ἄλλως οὐδεμίαν ἐπρόβλεπεν ἄγραν διὰ σήμερον. Ἦτο παράξενος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ᾐσθάνετο μεγίστην στενοχωρίαν. Εἶχε μαλώσει κατ᾽ οἶκον μὲ τὴν ἀδελφήν του, ἥτις εἶχε κληρονομήσει ἐν μέρει τὴν παραξενιὰ τῆς μητρός.

Ὡραία ἦτο ἡ ἡμέρα, καὶ ὁ ἥλιος κλίνων πρὸς τὴν δύσιν ἐκτύπα κατάματα τὸν γηραιὸν ἁλιέα, ἐπιχρυσῶν τὴν ἀργυρόχρουν κόμην του, ἀναδεικνύων τὸ τετράγωνον εὐρὺ πρόσωπον μὲ τὴν σιμὴν ρῖνα, τὸ ἐκφράζον ἄφατον καλοκαγαθίαν μετ᾽ ἐγκαρτερήσεως, καὶ τὸ βραχὺ ἀνάστημα μὲ τοὺς πισσωμένους κ᾽ ἐμβαλωμένους ἀμπάδες ὁποὺ ἐφόρει. Ἦτο ἤδη ἄνοιξις, Μαρτίου μεσοῦντος. Ἐπὶ τῆς ἀντικρύ του εὐκόλπου καὶ ἀπὸ μακρὰς ἀμμουδιὰς τεμνομένης ἀκτῆς ἔβλεπεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ χωρικοὺς καί τινας γυναῖκας καὶ παῖδας ἐπιστρέφοντας διὰ τοῦ παραθαλασσίου δρομίσκου ἐκ τῶν ἀγρῶν εἰς τὴν κώμην. Ἡ ἄνοιξις εἶχεν ἀρχίσει νὰ στολίζῃ μὲ ἀνθοὺς τὰ δένδρα, καὶ ἡ θάλασσα ἔπεμπε τὴν ζωτικὴν ἅλμην της εἰς τοὺς θάμνους τοὺς θάλλοντας ἀνὰ τὰς ποδιὰς τῶν γραφικῶν κλιτύων, ὅπου τραχὺς αἰπόλος μὲ τὴν ἀκτένιστον κόμην καὶ τὸ ἡλιοκαὲς μέτωπον ἐξέτεινε τὴν καμπυλωτὴν ράβδον του μετὰ μονοσυλλάβων ἀνερμηνεύτων σοβῶν μίαν αἶγα, ἥτις εἶχε πηδήσει ὑπό τινα βράχον καὶ εἶχε μείνει ὀπίσω ἀπὸ τὴν λοιπὴν ἀγέλην, ζητοῦσα βοσκὴν ὅπου χάλικας μόνον καὶ ἄμμον ἠδύνατο νὰ εὕρῃ· ἐνῷ ὁ παῖς μὲ τὴν μακρὰν πήραν κρεμαμένην ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην, μέχρι τοῦ γόνατος φθάνουσαν, μὲ τὴν ὑψηλὴν ράβδον διπλασίαν τοῦ ἀναστήματός του, ἔτρεχε μ᾽ εὐθύμους φωνὰς ἐμπρός, ἐπιστρεφόμενος καὶ χειρονομῶν πρὸς τοὺς τράγους, καὶ ὁ κύων ἔσειε τὴν οὐρὰν καὶ δὲν ἔπαυε νὰ ὑλακτῇ πρὸς τοὺς διαβάτας.

Ὁ σκόπελος ὁ καλούμενος Μαυρομαντηλοὺ δὲν θ᾽ ἀπέχῃ πλείονας ἢ τριάκοντα ὀργυιὰς ἀπὸ τῆς παραλίας, ὅπου ἀνοίγεται γραφικὴ ὡραία ἀγκάλη περιβάλλουσα τὸ κῦμα ὁρμητικὸν κατὰ τῆς ἀκτῆς χωροῦν, ἀμβλὺ προσπῖπτον ἐπὶ τῆς ἄμμου καὶ ὑπ᾽ αὐτῆς καταπινόμενον.

Ἐκεῖ βλέπει χωρικὴν γυναῖκα κύπτουσαν ἐπὶ τὸν αἰγιαλόν, πλύνουσαν ράκη τινὰ παρὰ τὴν ἄκραν τῆς ἀμμουδιᾶς, εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, ἐξέχοντος πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐπικαμποῦς ἐπὶ τὸ κῦμα, ὅπου τὰ νερὰ ἤρχιζον νὰ βαθύνωνται. Ὁ βράχος οὗτος ἐκαλεῖτο «Μύτικας» καὶ ἦτο ἐξ ἐκείνων, ἀφ᾽ ὧν οἱ κολυμβηταὶ κατὰ τὸ θέρος συνηθίζουσι νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἐκπληκτικὰ ἐκεῖνα εἰς τὴν θάλασσαν ἅλματα.

Ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς ταύτης, παιδίον ἑπταετές, διαλαθὼν τὴν προσοχὴν τῆς μητρός, εἶχεν ἀναρριχηθῆ ἐπιτηδείως εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου.

Αἴφνης ἡ μήτηρ του, αἰσθανθεῖσα ὄπισθέν της ἐκ τοῦ ἀορίστου κενοῦ τὴν ἀπουσίαν τοῦ παιδίου, στρέφεται, ὑψώνει τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν βλέπει ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ βράχου, τείνοντα εἰς τὰ ἐμπρὸς τοὺς γρόνθους, κύπτοντα τὴν κεφαλήν, καὶ παιδικοὺς γρυλλισμοὺς ἐκβάλλοντα.

Ὁ μικρός, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ κατὰ τὸ προλαβὸν θέρος κολυμβητὰς πηδῶντας ἀφ᾽ ὕψους τοῦ βράχου τούτου, ἐξετέλει μιμικήν, ὅτι τάχα ἤθελε νὰ δώσῃ βουτιὰ ἀπὸ τὸν Μύτικα, ὡς κάμνουσιν οἱ ἔφηβοι καὶ οἱ ἀκμαῖοι νεανίσκοι.

Ἡ μήτηρ του ἤρχισε νὰ τὸν καλῇ πλησίον της. Ὁ Γιαννιός, ὅστις ἐσκάλιζε μὲ τὴν ἁρπάγην του πέριξ τῆς Μαυρομαντηλοῦς, ἤκουε τὰς φωνὰς τῆς γυναικὸς ταύτης: «Κατέβα, ἀρὲ δαίμονα, ἀρὲ λύκε ξιδᾶτε!»

Ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς ἐκώφευεν. Ἡ μήτηρ ὀργισθεῖσα ἀνέτεινεν τὸν κόπανόν της, δι᾽ οὗ ἔτυπτε τὰ λευκαινόμενα ράκη πρὸς τὸ μέρος τοῦ βράχου καὶ τὸν ἐπέσειεν ἀπειλητικῶς πρὸς τὸν παῖδα· «Ἔννοια σ᾽, ἀρὲ σκάνταλε, ἔννοια σ᾽, χάρε μαῦρε! Τὸ βράδ᾽, σὰ ᾽ρθῇ πατέρας σ᾽ ἀπ᾽ τὸ χωράφ᾽, δῶσε λόγο».

Ἐκεῖ, καθὼς ἐπέμενε νὰ ἐκτελῇ τοὺς μίμους του ὁ μικρός, ἀδιαφορῶν πρὸς τὰς κραυγὰς τῆς μητρός του, κύπτων ὀλίγον βαθύτερον, ὀλισθαίνει, ἐκβάλλει πεπνιγμένην κραυγήν, καὶ πίπτει μετὰ πλαταγισμοῦ εἰς τὴν θάλασσαν.

Τὸ κῦμα θὰ εἶχε βάθος πλέον ἢ διπλοῦν ἀναστήματος ἀνδρός. Βυθίζεται εἰς τὸν πόντον, καὶ πάλιν ἀνέρχεται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἀσπαίρει, καὶ παραδέρνει, καὶ εἶτα βυθίζεται ἐκ δευτέρου.

Ἡ γυνὴ μίαν ἀφῆκε σπαρακτικήν, διάτορον κραυγήν, καὶ πελιδνή, περίτρομος, ἀγρία, καθὼς ἐκράτει τὸν κόπανόν της, ἐπιβαίνει εἰς τὸ κῦμα. Φθάνει μέχρι τῆς ὀσφύος, εἶτα μέχρι τοῦ στέρνου, καὶ μὲ τὸν κόπανον ἀγωνιᾷ νὰ φθάσῃ τὸ παιδίον πνιγόμενον ἤδη καὶ τὸ δεύτερον ἐξαφανισθέν. Ἀλλ᾽ ὡς ἦτο ἑπόμενον, διὰ τῆς δίνης, ἣν ἐσχημάτιζεν ὁ κόπανος εἰς τὸ κῦμα, ἀπεμάκρυνε μᾶλλον τὸ ἀγωνιῶν σῶμα, ἢ τὸ προσήγγιζεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς μητρός. Αὕτη ἔκραξε καὶ πάλιν βοήθειαν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην οὐδεὶς τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς τὴν πολίχνην χωρικῶν εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον. Ὅλοι εἶχον ὑπερβῆ τὴν χθαμαλὴν ἀκτήν, τὴν χωρίζουσαν τὴν ἀγκάλην ταύτην ἀπὸ τῆς ἄλλης γείτονος ἀμμουδιᾶς, καὶ εἶχον προπορευθῆ πλείονα ἢ χίλια βήματα.

Πλησιέστερος ὅμως τῶν ἄλλων ἦτο ὁ Γιαννιός, ὅστις εἶδε καὶ ἤκουσε, καὶ μὲ τέσσαρας ἐκτάκτου ὁρμῆς κωπηλασίας, ἔδωκε τοιοῦτον ἀπίστευτον δρόμον εἰς τὴν ὑπόσαθρον ἁλιάδα του, ὥστε ἔφθασεν ἤδη εἰς τὸ μέρος ὅπου εἶχε βυθισθῆ τὸ παιδάριον. Τοῦτον ἰδοῦσα ἡ γυνὴ ἤρχισε νὰ συλλαμβάνῃ μικρὰν ἐλπίδα.

* * *

Ὁ Γιαννιὸς ἔλαβε τὸν γάντζον του καὶ ἤρχισε νὰ ἐρευνᾷ εἰς τὸν βυθόν. Τὸ βάθος τῆς ἀκρογιαλιᾶς ἦτο ἄνισον καὶ ἀνώμαλον. Ἐνῷ τέσσαρας ὀργυιὰς περαιτέρω τοῦ μέρους ὅπου ἔπλυνεν ἡ γυνή, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου, τὰ νερὰ ἐβαθύνοντο ἀποτόμως, ἔτι ἀπωτέρω εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔφθασε τώρα ὁ Γιαννιός, παραδόξως πάλιν ἐγίνοντο ρηχότερα. Τοῦτο δὲ διότι ἤρχιζεν ἐκεῖθεν νὰ ἐξαπλοῦται εἰς τὸν βυθόν, κατὰ τὸ πέλαγος, μέγα μάρμαρον, ὁλόκληρος θαλασσία ἅλως, συμπαγὴς μᾶζα ἐκ προαιωνίων χαλίκων καὶ ἄμμου, σκληροτέρα χάλυβος. Ἐκεῖ ἐπάνω εἶχε βυθισθῆ δευτέραν φορὰν τὸ παιδίον.

Δὲν παρῆλθον ὀλίγαι στιγμαί, καὶ ὁ γέρων ἁλιεὺς ἀνέσυρε τὸ παιδίον μὲ τὴν ἁρπάγην του, δράξας ἐπιδεξίως αὐτὸ ἐκ τῶν ἐνδυμάτων.

Τὸ παιδίον ἐφαίνετο ἀναίσθητον ἤδη. Ἴσως νὰ μὴν ἦτο καὶ ἐντελῶς πνιγμένον.

Ἡ μήτηρ, ἐπιμένουσα νὰ ἐπιβαίνῃ εἰς τὸ κῦμα, ὡς νὰ ἐδροσίζετο ἐκεῖ ἡ ἀγωνία της, ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ φόβου. Ἠρώτα ἂν ἦτο ζωντανόν.

― Πρέπει νὰ ζῇ, ἀπήντησεν ὁ Γιαννιός. Κρέμασμα θέλει ἀνάποδα.

Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἐνῷ ἀπέθετε τὸν πνιγμένον παρὰ τὴν πρύμνην, μὲ τὴν κεφαλὴν χαμηλότερα, ὁ γάντζος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐξασφαλίσῃ, τοῦ φεύγει ἀπὸ τὰς χεῖρας, καὶ πίπτει εἰς τὸ κῦμα.

Ὁ Γιαννιὸς ἔκυψεν αὐθορμήτως νὰ τὸν ἀναλάβῃ, ἀλλ᾽ ὁ σίδηρος ἐβυθίσθη ὡς βέλος, τὸ δὲ θαλασσοπότιστον ξύλον, τὸ κοντάριον, ἦτο βαρύ, καὶ οὐδ᾽ ἄνευ τοῦ σιδήρου θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ἐπιπλεύσῃ.

Ὁ Γιαννιός, φοβηθεὶς μὴ χάσῃ τὸν γάντζον του, ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέστρεφεν εἰς τὴν πόλιν «χωρὶς σπανάκια καὶ λαχανίδες», ἔλαβε τὸ καμάκι του, καὶ προσεπάθει ν᾽ ἀνακαλύψῃ ποῦ ἐπῆγεν ὁ γάντζος. Ἀλλ᾽ ὁ γάντζος εἶχε κάμει «κακὸ πέσιμο» τὴν φορὰν αὐτήν.

Εἶχεν ὀλισθήσει ἀκριβῶς εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θαλασσίου μαρμάρου, περὶ οὗ εἴπομεν, καὶ εἶχε σκαλώσει εἰς μέρος πολὺ βαθύτερον τοῦ ἐκ συμπαγοῦς μάζης ἀνωτέρου πυθμένος. Τὸ δὲ κοντάριον, ἀντὶ νὰ ὑψοῦται ὀλίγον πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ σείηται ὡς σκύλου εὐγνώμονος οὐρὰ πρὸς τὸν αὐθέντην του, κατέβη βαθύτερον ἀκόμη καὶ τῆς ἁρπάγης τῆς σιδηρᾶς.

Εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀδύνατον νὰ φθάσῃ ὁ κάμαξ, ἔτι ὀλιγώτερον ἡ κώπη.

Τότε ὁ Γιαννιὸς ἐπείσμωσεν, ὠργίσθη, ἔχασε τὴν συνήθη ὑπομονήν του. Τοῦ ἐφάνη ἀπαίσιον νὰ χάσῃ τὸν γάντζον του. Εἶπε καθ᾽ ἑαυτὸν ὅτι ἐπῆγε νὰ κάμῃ καλόν, καὶ ἔπαθε κακόν. Ἡμάρτησεν. «Ἐνθυμήθη τὰ νιᾶτα του». Δὲν ἀπεφάσισε κἂν νὰ «διαναστήσῃ»* πρῶτον εἰς τὴν ξηρὰν ν᾽ ἀποδώσῃ τὸ ἡμίπνικτον ἢ καὶ ὁλόπνικτον παιδίον εἰς τὴν μητέρα του. Ἀλλ᾽ ὅπως ἦτον ἐλησμόνησε τὴν ποδάγραν, τὴν ἡμιπληγίαν του, δὲν ἐσυλλογίσθη ὅτι εἶχε «χρόνους καὶ καιροὺς» νὰ κολυμβήσῃ, ἐπέταξε τὸ φέσι του, ἔρριψε τὸν ἀμπάν του, ἔβγαλεν τὴν καμιζόλαν, ἐξεδύθη τὸ ὑποκάμισον, καὶ παρὰ τὰς κραυγὰς τῆς μητρὸς διαμαρτυρομένης, ἐρρίφθη κατὰ κεφαλῆς εἰς τὸ κῦμα κ᾽ ἐπῆγε νὰ εὕρῃ τὸν γάντζον του.

Ἡ ὦσις, ἡ δοθεῖσα διὰ τοῦ ἅλματός του εἰς τὴν λέμβον, τόσον δυνατὴ ὑπῆρξεν, ὥστε ἡ λέμβος, ἡ φέρουσα τὸ παιδίον ἡμιθανές, ἀπεμακρύνθη ὀργυιὰς πρὸς τὸ πέλαγος.

Καὶ τότε ἡ μήτηρ ἤρχιζε νὰ ὀλολύζῃ.

* * *

Ὀλίγαι παρῆλθον στιγμαὶ καὶ ὁ Γιαννιὸς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν φέρων καὶ τὸν γάντζον. Ἀλλ᾽ ἡ λέμβος μὲ τὸ πνιγμένον παιδίον εἶχεν ἀπομακρυνθῆ, κ᾽ ἐπειδὴ ἦτο ἤδη σχεδὸν ἔξω τῆς χθαμαλῆς ἀκτῆς, εἰς μέρος ὅπου τὴν εὕρισκεν ἡ θαλασσία αὔρα, ἐξηκολούθει ἔτι μᾶλλον ν᾽ ἀπομακρύνεται. Θ᾽ ἀπεῖχεν ἤδη ὑπὲρ τὰς δέκα ὀργυιάς, πρὸς μεσημβρίαν, ἀπέναντι ἀκριβῶς τῆς Μαυρομαντηλοῦς.

Ὁ Γιαννιὸς ἐδοκίμασε κολυμβῶν νὰ τὴν φθάσῃ, ἀλλ᾽ ἡ λέμβος ἔφευγε μὲ διπλασίαν αὐτοῦ ταχύτητα. Ὁ γηραιὸς ναύτης, μόλις ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ᾐσθάνθη τὴν ἀριστερὰν χεῖρα βαρεῖαν, τὸ δὲ γόνυ ψυχρόν, παγωμένον, σχεδὸν παράλυτον. Ἡ ἡμιπληγία του τὸν ἐτιμώρει. Τότε ὁ γάντζος τοῦ ἐχρησίμευσεν ὡς βακτηρία ἐν θαλάσσῃ. Ἐπὶ τοῦ θαλασσίου μαρμάρου, ὅπου τὸ βάθος ἦτο μικρόν, ἐστηρίζετο μὲ τὸ κοντάρι του, ὡς πληγωμένος Τρίτων κλέψας τὴν τρίαιναν τοῦ Ποσειδῶνος.

Καὶ ὁ Γιαννιὸς ἔφευγε πρὸς τὴν Μαυρομαντηλού, πρὸς ἣν ἐκτείνεται τὸ ὑποβρύχιον μάρμαρον, καὶ ἡ λέμβος ἔφευγε πρὸς τὸ πέλαγος, πλαγιώτερον ὀλίγον.

Κ᾽ ἐκεῖνος ἐξηκολούθει νὰ ἐρείδηται ἐπὶ τῆς σιδηροδέτου ἀγκιστρωτῆς βακτηρίας του, καὶ ἡ λέμβος ἐξηκολούθει νὰ φεύγῃ, καὶ ἡ γυνή, ἡ μήτηρ τοῦ πνιγμένου παιδίου, ἐκόπτετο ὀδυρομένη εἰς τὸν αἰγιαλόν.

Ἀλλ᾽ ὁ Γιαννιὸς ᾐσθάνετο τὸ ἀριστερὸν γόνυ ἐντελῶς παγῶσαν, καὶ δὲν ἀντεῖχε πλέον νὰ κολυμβᾷ.

Εὐτυχῶς δὲν ἀπεῖχεν ἤδη πολὺ ἀπὸ τὴν Μαυρομαντηλού, καὶ ἐπειδὴ ἕως ἐκεῖ ὁ δρόμος του ἦτο ἀνύσιμος, διότι εἶχε τὴν σιδηρόρρυγχον ράβδον του, ὅπως ἐρείδηται δι᾽ αὐτῆς ἐπὶ τοῦ θαλασσίου μαρμάρου, ἐλθὼν ἐνηγκαλίσθη τὴν Μαυρομαντηλού, ὅπως ἀληθεύσῃ ἐφ᾽ ἅπαξ τὸ ρητόν: «Μία ψυχὴ εἰς δύο σώματα!»

* * *

Ἄ! μόνη ἡ Μαυρομαντηλού, ἡ λιθίνη ψυχή, ἡ ἀσφριγὴς καὶ ἀνέραστος κόρη, ἡ ὀστρεοκόλλητος καὶ κογχυλόφθαλμος νύμφη, ἡ ἄστρωτος καὶ χαλικόσπαρτος εὐνή, ἡ ἀπείρανδρος χήρα, ἡ ἀπενθὴς μελανείμων, μόνη αὕτη ἔδωκεν ἄσυλον εἰς τὸν γηραιὸν βασανισμένον ναύτην, καὶ μόνη ἐδέχθη τὰς περιπτύξεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ Γιαννιοῦ τοῦ ἐξαδέλφου μου.

Πτωχὴ Μαυρομαντηλού! Πτωχότερε Γιαννιὲ ἐξάδελφέ μου!

* * *

Δὲν εἶχεν ἀπελπισθῆ νὰ φθάσῃ τὴν φεύγουσαν λέμβον. Ἐθεώρει τὴν Μαυρομαντηλοὺ ὡς προσωρινὸν σταθμόν. Ἤλπιζεν ὅτι μετὰ μικρὰν ἀναψυχὴν ἡ αἱμωδιῶσα κνήμη του θ᾽ ἀνελάμβανε τὴν εὐκινησίαν της καὶ τότε θὰ ἐξηκολούθει τὴν δίωξιν.

Ἐνέπηξε τὸν γάντζον εἰς γνωστὴν αὐτῷ σχισμάδα τοῦ βράχου, ἐπάτησε καὶ αὐτὸς τὸν πόδα ἐπί τινος ἐξοχῆς, ἐκρεμάσθη καὶ μὲ τοὺς δύο βραχίονας ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Μαυρομαντηλοῦς. Ἐν τούτοις παρῆλθον λεπτά τινα, καὶ τὸ γόνυ του τὸ ἀριστερὸν δὲν ἀπεναρκοῦτο, τοὐναντίον ἐγίνετο μολύβδινον.

Εὐτυχῶς, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦλθεν ἀνέλπιστος ἐπικουρία.

Καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἡ περιαλγὴς μήτηρ εἶχε ρήξει τὴν πρώτην σπαρακτικὴν κραυγήν της, ὁ αἰπόλος μὲ τὸ ἡλιοκαὲς μέτωπον καὶ μὲ τὴν ἀκτένιστον κόμην ἦτο ἀκριβῶς ὄπισθεν τῆς χθαμαλῆς ἀκτῆς καὶ ἤκουσε τὰς φωνάς της. Ἔρριψε τὴν κάπαν του, ἔλαβε τὴν ράβδον του τὴν ὑψηλὴν καὶ ἤρχισε νὰ τρέχῃ πρὸς τὸ μέρος ὁπόθεν αἱ φωναὶ ἤρχοντο. Ἀλλὰ θ᾽ ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰ χίλια βήματα.

Φθάσας εἰς τὴν κορυφήν, ἐστάθη πρὸς στιγμήν, κ᾽ ἐκοίταξε νὰ ἴδῃ τί συνέβαινεν. Εἶδε τὴν γυναῖκα ὀρθήν, ἐπιβαίνουσαν μέχρι μασχάλης εἰς τὸ κῦμα, τείνουσαν τὸν κόπανον πρὸς τὸ πέλαγος, καὶ ἐνόμισε κατ᾽ ἀρχὰς ὅτι κανὲν σινδόνιον ἢ ὑποκάμισον θὰ τῆς ἐπῆρεν ἡ θάλασσα. Ἦτο ἕτοιμος νὰ γυρίσῃ ὀπίσω εἰς τὰς αἶγάς του, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς δευτέρας ἀπέλπιδος ἐπικλήσεως τῆς γυναικὸς ἐνόησεν ὅτι κάτι δεινότερον θὰ τῆς συνέβη.

Τότε ἔτρεξε καὶ κατέβη τὸν κρημνόν. Ἔφθασεν εἰς τὴν ἄμμον. Ἔτρεξεν ἀκόμη κ᾽ ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἡ σκηνὴ συνέβαινεν.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γιαννιὸς εἶχε πλησιάσει μὲ τὴν λέμβον, εἶχεν ἀνασύρει τὸ πνιγόμενον παιδίον, τοῦ εἶχε πέσει ὁ γάντζος, εἶχε βυθισθῆ ὁ ἴδιος εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἡ λέμβος μὲ τὸ παιδίον ἔφευγε πρὸς τὸ πέλαγος.

― Τί εἶναι; Τί τρέχει;

Ἡ μήτηρ ἐστράφη, καὶ ἰδοῦσα τὸν βοσκόν, ἔδειξε τὴν φεύγουσαν λέμβον.

― Εἶναι πνιμένο τὸ παιδί μου.

Ὁ τραχὺς αἰπόλος δὲν ἔχασε καιρόν. Ἔρριψε κάτω τὴν σκούφιαν του, τὸ ἔνδυμα, τὸ ὑποκάμισόν του, καὶ μὲ τὴν περισκελίδα του μόνον ἐρρίφθη εἰς τὸ κῦμα.

Οὗτος ἦτο ὁ ἐξακουστὸς Γκαϊδίγκος, ὅστις ἐπερνοῦσεν ὡς «κοσμογυρισμένος» μεταξὺ τῶν συμποιμένων του. Ἦτο καὶ ὀλίγον ἁλιεύς, εἶχε κάμει καὶ ναύτης, καὶ ἤξευρε νὰ νήχεται ὡς ἔγχελυς. Ἐκολύμβα «τ᾽ ἀνδρίκεια» μὲ τόσην ρώμην, δεξιότητα καὶ γοργότητα, ὥστε ἦτο ἐκπληκτικὸν θέαμα. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γιαννιὸς ἀπὸ τῆς θαλασσίας σκοπιᾶς του καὶ ἀμέσως ἔκρινε μὲ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ βλέμματος γηραιοῦ ναύτου ὅτι «ἡ βάρκα ἦτον φτασμένη». Μόνη ἡ μήτηρ δὲν καθησύχαζε, μὴ γνωρίζουσα ἂν τὸ παιδίον ἔζη.

* * *

Ὁ τραχὺς Γκαϊδίγκος ἔφθασε τὴν λέμβον, ἀνερριχήθη εἰς αὐτήν. Ἔψαυσε τὸ στῆθος τοῦ παιδίου, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἡ καρδία ἔπαλλε. Τοῦ ἀφῄρεσε τὰ ἐνδύματα βιαστικά, τοῦ τὰ ἔσχισεν ἐν μέρει, καὶ τὸ ἐτύλιξε προχείρως μὲ τὴν καπόταν τοῦ Γιαννιοῦ, τὴν ὁποίαν εὗρε διπλωμένην ὑπὸ τὴν πρῷραν. Ἔλαβε τὰς κώπας καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ἦτο τόσον καλὸς ἐρέτης, ὅσον καὶ κολυμβητής.

Ἤλασε πρὸς τὴν Μαυρομαντ᾽λού, ἐβοήθησε τὸν Γιαννιὸν ν᾽ ἀναβῇ εἰς τὴν λέμβον. Ἡ κνήμη τοῦ ἁλιέως ἡ εὐώνυμος ἦτο ἐντελῶς παγωμένη, ἡ δὲ ἀριστερὰ χείρ του εἶχε γίνει ἕνα μὲ τὸν γάντζον.

Ὁ Γιαννιὸς ἐπρότεινεν εἰς τὸν Γκαϊδίγκον νὰ μοιρασθῶσι τὰ ἴδια ἐνδύματά του, ἐσκεπάσθη αὐτὸς μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ μὲ τὸν ἀμπάν, καὶ παρεχώρει εἰς τὸν βοσκὸν τὴν καμιζόλαν. Ὁ αἰπόλος ἀπεποιήθη, λέγων ὅτι τὰ ἰδικά του ἐνδύματα εἶν᾽ ἐκεῖ ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ ὅσον διὰ τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα, θὰ εὑρεθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου ἐνδύματα καὶ φωτιὰ διὰ νὰ ζεσταθοῦν· καὶ τοῦ ἔδειξε τὸ ἀντικρὺ μικρὸν πολύδενδρον βουνόν, λέγων ὅτι ἐκεῖ εἰς τὴν ράχην εἶναι τὸ καλύβι του, καὶ ἡ ποιμενίς του εἶναι φιλόξενος γυνή, καὶ διὰ τοὺς ἄλλους καὶ δι᾽ αὐτὸν τὸν Γιαννιόν. «Τὸ παιδὶ ὀλίγα τριψίματα θέλει, εἶπε, νὰ ᾽ρθῇ στὸν ἑαυτό του, καὶ σὺ θὰ κάμῃς καλά, ἀφοῦ σοῦ πονοῦν τὰ πόδια νὰ μὴν κάνῃς μαρτιάτικα μπάνια». Μόνον, ὡς ἐν ἐπιλόγῳ, προσέθηκε:

― Κρῖμα, μοναχά, ποὺ δὲν ἔβγαλες χταπόδια.


(1891)

1. Ἀντὶ φορτικῆς παρεκβάσεως, ἂς μοῦ συγχωρηθῇ μικρὰ ὑποσημείωσις. Μὴ νομίσῃ τις ὅτι πλάττω ἢ ἐπινοῶ τι ἐκ τῶν ἐν τῷ κειμένῳ. Καὶ ἡ ἐγκαρτέρησις καὶ 〈ἡ〉 οἰκονομία τῆς συζύγου καὶ ἡ στοργὴ τῆς μητρυιᾶς εἶναι γεγονότα ἐξ ὅσων εἶδα ἰδίοις ὄμμασιν. Ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ πιστεύουσι προθύμως τὰ μυθεύματα, ἡ δὲ ἀλήθεια φαίνεται αὐτοῖς ἀπιθανωτέρα τοῦ ψεύδους. Καὶ ἐν τῷ καθ᾽ ἡμέραν βίῳ παρετήρησα ὅτι, ὁσάκις ἠθέλησα χάριν παιδιᾶς νὰ εἴπω ψεῦδός τι, παρ᾽ ἐλπίδα εὗρον τοὺς ἀκροατὰς εὐπίστους τόσον, ὥστε, καὶ διαμαρτυρομένου ἐμοῦ ὕστερον ὅτι ἠστεϊζόμην, δὲν ἐπείθοντο, ἀλλ᾽ ἐπέμενον νὰ πιστεύωσιν ὡς ἀληθὲς τὸ ψευδές· ὁσάκις δ᾽ ἐδοκίμασα νὰ εἴπω ἀλήθειάν τινα, τοὺς εὗρον δυσπίστους καὶ κακοπονήρως μειδιῶντας. ― Ἀλλ᾽ ἂς εἶναι βέβαιος ὁ ἀναγνώστης, ὅτι ἡμεῖς οἱ διηγηματογράφοι

ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα,
ἴδμεν δ᾽ εὖτ᾽ ἐθέλωμεν ἀληθέα μυθήσασθαι.


ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΠΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

http://xantho.lis.upatras.gr/test2_pleias.php?art=83139

Πληροφορίες εδώ http://openarchives.gr/view/388121 (ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ)

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Ιαν 03, 2012 2:41 pm

Να Έλθης Μόνον...

Αλ. Παπαδιαμάντης

Εις ένα μνήμ' αγνώριστο μικρού κοιμητηρίου
δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου,
μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ' απεχθής ιτέα
να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!

Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν,
να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωΐαν,
να βρέξης μ' ένα δάκρυ σου το διψασμένον χώμα,
κι ας σβύση με το δάκρυ σου και τ' όνομά μου ακόμα...

(περιλαμβάνεται στα "Ρόδινα Ακρογιάλια")

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τρι Ιαν 03, 2012 2:54 pm


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)
φωτογραφία του Παύλου Νιρβάνα

Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί




Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ “η περιέργεια του Κοινού”.

Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απΆ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σΆ εκείνους που θα ΅ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. ”Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είνα ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος- να μιλεί γαλλικά:
-Nous excitons la curiosité du public.

Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περίεργειά” του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.

-Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν στΆ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων.

(…)

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933

http://alexandrospapadiamandis.wikispaces.com/

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Χριστούγεννα; Καιρός για Παπαδιαμάντη!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Χθες στις 10:52 am

Ξαναέρχονται Χριστούγεννα; Συντροφιά και πάλι με τον κυρ Αλέξανδρο!

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5286
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Σελίδα 2 από 2 Επιστροφή  1, 2

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης