ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ: Μια ολόκληρη πόλη στα μαύρα...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ: Μια ολόκληρη πόλη στα μαύρα...

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Τετ Απρ 10, 2013 6:22 am

Όπου και να γυρίσεις σήμερα στην Ηγουμενίτσα βλέπεις ανθρώπους ντυμένους στα μαύρα. Και ανθρώπους νέους, αμούστακους. Αγόρια και κορίτσια του λυκείου.

Όλα τα σχολεία κλειστά. Κι όλοι να αναρωτιούνται πώς έγινε το κακό. Η αυτοκτονία ενός παιδιού μόλις 17 ετών. Χτες. Με όπλο. Μέσα στο σπίτι του. Στην καρδιά της Ηγουμενίτσας. Του Λάμπρου Χ.

Σήμερα έγινε κιόλας η κηδεία. Εκατοντάδες συμμαθητές και φίλοι εκεί. Να πουν το στερνό αντίο. Σε μια ηλικία που ο θάνατος θα έπρεπε να είναι λέξη άγνωστη.

Τα έβλεπες μετά να περπατάνε σαν χαμένα, κεραυνοβολημένα.

Ερωτική απογοήτευση είπαν. Και πως άφησε και σημείωμα ο αυτόχειρας. Ο τελείως άγνωστος σε μένα Λάμπρος. Τελείως; Σε μια μικρή πόλη κανείς δεν είναι τελείως άγνωστος με τον άλλο.

Το σχολείο του πρώτα πρώτα είναι εκεί μπροστά από το μπαλκόνι μου. Με μια τεράστια κεραμιδένια στέγη. Και σκοτεινές σήμερα τις μεγάλες αίθουσες. Βουτηγμένες σε νεκρική σιγή. Στα παλιά αρχεία του είναι γραμμένο και το δικό μου όνομα. Τότε λεγόταν γυμνάσιο, τώρα 1ο λύκειο Ηγουμενίτσας. Τότε βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα και σε διάφορα μαγαζιά της παραλίας. Τώρα έχει ένα μεγάλο κτίριο που από το πρώτο φθινόπωρο που γύρισα εδώ κατάλαβα ότι στεγάζει σχολείο. Με τους μαθητές να κάνουν την "εθιμοτυπική" κατάληψη, τα φώτα αναμμένα όλη τη νύχτα, τις μουσικές από τα μεγάφωνα.

Τρίτη λυκείου πήγαινε ο Λάμπρος. Και όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του έτρεχε το πρωί στο σχολείο και τα απογεύματα στα φροντιστήρια. Γνωστή μία από τις καθηγήτριες που του έκανε ιδιαίτερο.

"Το έλεγε πως θα αυτοκτονήσει"... Έλεγε και το λόγο. Ή τουλάχιστον αυτό που θεωρούσε ο ίδιος σοβαρό λόγο να βάλει τέρμα στη ζωή του. Μα πώς να πιστέψεις έναν 17χρονο που σου λέει "θα αυτοκτονήσω";

Του λες "μη λες χαζαμάρες, θα τα ξαναβρείς με την κοπέλα σου" αλλά δεν το πιστεύεις πως θα το κάνει πραγματικά. Όχι ο συγκεκριμένος τουλάχιστον. Με την πλούσια αθλητική δράση, ένας λεβέντης δυο μέτρα. Αν είναι δυνατόν να βάλει τέλος στη ζωή του πριν καλά καλά ξεκινήσει. Για ένα κορίτσι...

Χτες, όταν ξέσπασε το κακό, εκείνη πλήρωσε και με το χειρότερο τρόπο το σοκ της μικρής κοινωνίας. Μαθήτρια κι εκείνη της τρίτης λυκείου. Στο σχολείο κι εκείνη το πρωί, στα φροντιστήρια το απόγευμα. Και με τις εξετάσεις να ξεκινάνε σε σαράντα μέρες. Μια αφύσικη κατάσταση που έχουμε επιβάλει στα παιδιά. Να τρώνε τα καλύτερα χρόνια τους βουτηγμένα στο στρες των εξετάσεων. Και με τι αντίκρυσμα; Ένα πτυχίο που θα τα οδηγήσει στην ανεργία ή στην καλύτερη περίπτωση στην ξενιτιά.

Κανείς δε ρωτάει αν αυτά τα παιδιά μπορούν να αντέξουν το φορτίο που τους βάλαμε στις τρυφερές τους πλάτες. Ξέρουμε μονάχα να απορούμε εκ των υστέρων...

Μεσημέρι χτες γύρισε ο μικρός αδερφός στο σπίτι. Βρήκε τον μεγάλο ξαπλωμένο. Δεν είχε πάει σχολείο. Πίστεψε πως λιποθύμησε. Βγήκε και φώναξε για βοήθεια. Οι γονείς στη δουλειά για το μεροκάματο. Περίπτερο στην παραλιακή. Δεκάδες φορές είχα σταματήσει εκεί για τσιγάρα. Σε μια μικρή πόλη όλοι γνωρίζονται με όλους. Κι ας μην ξέρεις ονόματα...

Οι γείτονες που έτρεξαν κατάλαβαν αμέσως πως δεν είναι λιποθυμία. Ασθενοφόρα και περιπολικά έτρεχαν σαν τρελά. Σε ελάχιστο χρόνο όλη η πόλη ήξερε πως αυτοκτόνησε ένα παιδί. Τον έλεγαν έτσι. Ο πατέρας του ήταν αυτός.

Πάνω στον πανικό κάποιος πήρε τηλέφωνο στο σπίτι της κοπέλας. Νόμιζε πως μιλάει στη μάνα. Ο Λάμπρος αυτοκτόνησε! Στο τηλέφωνο όμως ήταν το κορίτσι. Το καταλαβαίνεις; Ποιος μπορεί να καταλάβει αν δεν το ζήσει ο ίδιος; Λιποθύμησε λένε. Κι έπειτα κανείς δεν μπορούσε να την κρατήσει. Έτρεξε στο σπίτι του. Να δει, να καταλάβει, το απίστευτο...

Για να βρεθεί μπροστά στο εξαγριωμένο πλήθος. Που έψαχνε να ξεσπάσει τον πόνο του. Φίλοι. Συγγενείς... Τους καταλαβαίνεις. Κι εγώ τους καταλαβαίνω. Τέτοιες ώρες δε σκέφτεσαι. Τι λες και τι κάνεις.

Η ετυμηγορία εκδόθηκε αυτόματα. Ερωτική απογοήτευση. Αυτή φταίει!

Εγώ δεν ήξερα ούτε την κοπέλα. Δεν ξέρω και ποιος έφταιξε που χώρισαν.

Ξέρω μονάχα ότι φταίμε πολλοί άλλοι που ένα νέο παιδί προτίμησε να βάλει τέλος στη ζωή του. Και ξέρω πως τα παιδιά δε φταίνε. Για τις δικές τους πράξεις φταίμε πάντα εμείς, οι μεγάλοι.

Οι δάσκαλοι. Οι γονείς. Η κοινωνία ολόκληρη. Όχι όμως τα παιδιά.

Και φταίνε οι εξετάσεις και το στρεσάρισμα. Φταίει η εποχή μας και το σκοτάδι που αφήσαμε να απλώσει τις φτερούγες του στα παιδιά μας. Που δεν κάνουμε τίποτε για να θωρακίσουμε τις ψυχούλες τους. Κι αντίθετα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να τα ρίξουμε στην απελπισία.

Μια κοινωνία βυθισμένη στα δικά της προβλήματα. Που δεν καταλαβαίνει, δεν μπορεί να καταλάβει, τι περνάνε σήμερα τα παιδιά. Δεν προλαβαίνουν να ξεκινήσουν το σχολείο κι εμείς εκεί να καραδοκούμε αν έλαβε άριστα. Αν έγινε σημαιοφόρος. Αν έφερε βραβεία και μετάλλια.

Ζητάμε τα πάντα από τα παιδιά. Και τους δίνουμε τι; Τους δίνουμε το αντίκρυσμα των ενοχών μας. Δουλεύουμε σαν σκυλιά για να μη λείψει τίποτε στο παιδί. Λες και τα παιδιά έχουν ανάγκη μονάχα από φαΐ, ρούχα, κινητά... Και δεν τολμάμε να τους βάλουμε όρια. Τι όρια να βάλεις στο παιδί όταν ολόκληρος ο κόσμος κινείται σήμερα εκτός ορίων;

Θυμάμαι τότε που ήμουν μαθήτρια στο ίδιο σχολείο. Τους καθηγητές να μετράνε κάθε πρωί τις ποδιές μας, μια παλάμη κάτω από το γόνατο. Και τις κορδέλες στα μαλλιά. Κι αυτές με την παλάμη. Και το απόγευμα να στήνονται μπάστακες στους δύο κινηματογράφους. Μην περάσουμε και δούμε έργα ακατάλληλα για ανηλίκους.

Σήμερα η πλήρης ασυδοσία. Σε τηλεοράσεις, ιντερνέτια, κινητά. Ρωτάμε αν αντέχουν τα παιδιά αυτόν τον άκοσμο κόσμο μας; Πώς μπορούν σε τέτοιες συνθήκες να ενηλικιωθούν, να σμιλέψουν χαρακτήρα; Να αποκτήσουν αξίες και ιδανικά; Να βρούνε νόημα ζωής;

Έχουμε άραγε εμείς οι ίδιοι νόημα ζωής; Εμείς οι μεγάλοι δεν παραδέρνουμε σαν φτερά στον άνεμο; Και δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει;

Στην Αθήνα δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι περνάει ο διπλανός σου. Εδώ είναι αλλιώς. Θες δε θες μοιράζεσαι τα πάντα. Βλέπεις τους γνωστούς να τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ για τον άρτο τον επιούσιο. Βλέπεις παιδιά με βουρκωμένα μάτια στο σχολείο. Και όλοι ξέρουν. Άνεργος ο πατέρας. Κι άλλος έχει φύγει για τα ξένα. Κι άλλος το έχει ρίξει στο ποτό ή και χειρότερα. Φορτία ολόκληρα ναρκωτικών πιάνει η ασφάλεια κάθε τρεις και λίγο. Πού πάνε όλα αυτά τα ναρκωτικά; Για ποιον προορίζονται;

Βλέπεις ακόμη ανθρώπους με λιωμένα παπούτσια. Που προσπαθούν να βγάλουν από τη μύγα ξίγκι για το φροντιστήριο του παιδιού. Να τρέχουν σαν παλαβωμένοι όλη μέρα. Να πάνε το παιδί στα Αγγλικά. Να το πάνε στην προπόνηση. Να το πάνε στο φροντιστήριο. Να μη λείψει τίποτε του παιδιού...

Κι έπειτα έρχεται το μπαμ. Και ξαφνικά ο χρόνος παγώνει. Όλα σταματάνε. Σοκ.

Ωραία και βολική εξήγηση πως φταίει η κοπέλα. Πως ήταν απλά μια ερωτική απογοήτευση. Μόνο που δεν υπάρχει νέος να μην απογοητεύθηκε τουλάχιστον μια φορά από έρωτα. Κι ευτυχώς δεν τινάζουν όλοι αυτοί τα μυαλά τους στον αέρα. Πονάνε, κλαίνε, βρίσκουν όμως τη δύναμη να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Ο Λάμπρος δεν τη βρήκε. Βρήκε όμως το μπιστόλι στο σπίτι. Τι δουλειά είχε το μπιστόλι εκεί;

Θα μου πεις αν είχε τόσο σκοτεινιάσει το μάτι του, θα έβρισκε άλλον τρόπο. Μπορεί. Τι να σου πω;

Με την ίδια λογική όμως καταλαβαίνω πως αν δεν ήταν ο χωρισμός με την κοπέλα του θα ήταν κάτι άλλο που θα του σκοτείνιαζε το μάτι. Από το απέραντο σκοτάδι που αφήσαμε να απλωθεί παντού. Το δικό μας σκοτάδι θα έβρισκε τρόπο να τρυπώσει στην ψυχούλα του. Και πουθενά μια χαραμάδα φως.

Σε μια πόλη που έχει παραδοθεί στα προβλήματά της. Κι έχει ξεχάσει πως εδώ μεγαλώνουν και παιδιά.

Ποια διέξοδο έχουν τα παιδιά της μικρής μας πόλης;

Στα δικά μου χρόνια υπήρχαν οι δυο κινηματογράφοι. Μια στο τόσο έπαιζαν και έργα κατάλληλα για ανηλίκους. Τώρα στην Ηγουμενίτσα δεν υπάρχει κινηματογράφος ούτε για δείγμα.

Ναι, σήμερα έχουμε τηλεοράσεις. Αυτές τις αισχρές τηλεοράσεις με τις χίλιες επαναλήψεις ανόητων έργων και τα μπόλικα τούρκικα.

Και φυσικά έχουμε και face book. Γεμάτο το face book ακόμη και από μαθητούδια του δημοτικού... Τις προάλλες κόντεψε να γίνει και φονικό στη μικρή μας πόλη για ένα like στο face book...

Έχουμε και αθλητικά σωματεία. Ποδόσφαιρο, βόλεϊ και τα σχετικά. Μόνο που γυμνάζουνε το σώμα. Και τα παιδιά έχουν και ψυχή. Δεν την έχουν ακόμη χάσει όπως εμείς...

Ποια διέξοδο έχει ένα νέο παιδί σε μια ακριτική επαρχιακή πόλη για ψυχαγωγία;

Σιγά μη χρειάζονται διέξοδο τα παιδιά. Έχουν το διάβασμά τους! Έχουν φροντιστήριο! Και μετά, τι ανάγκη έχουν τα σημερινά παιδιά; Όλα τα έχουν! Εμείς στην ηλικία τους...

Εμείς τι στην ηλικία τους; Έτσι ήταν η δική μας ζωή στην ηλικία τους; Με τέτοια εξαντλητικά ωράρια από το δημοτικό ακόμη; Ή με τόσο εξαντλημένους από τη βιοπάλη γονείς; Ή με το απόλυτο μηδέν να μας καρτερεί; Εμείς τότε μαθαίναμε γράμματα και ξέραμε πως έτσι θα βρούμε μια καλή δουλίτσα. Σήμερα τι μπορούμε να πούμε στα παιδιά; Γιατί μαθαίνουν γράμματα;

Θέλω να σου πω ότι με την αυτοκτονία έχω ασχοληθεί καλώς ή κακώς πάρα πολύ. Εγώ δεν την σκέφτηκα ποτέ. Έκλαψα όμως πολύ για έναν πολύ αγαπημένο μου άνθρωπο που διάλεξε αυτό το δρόμο. Ή τουλάχιστον έτσι λένε. Πως αυτοκτόνησε...

Δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ την αυτοκτονία του. Την αμφισβήτησα, αμφισβήτησα και εκείνον. Και κατέληξα πως αν όντως αυτοκτόνησε δεν άξιζε να τον θαυμάζω όσο τον θαύμαζα. Γιατί όσο ζούσε με έμαθε να αγαπώ τη ζωή. Πώς γίνεται η αγάπη στη ζωή να καταλήγει σε αυτοκτονία; Κι όμως τον αγαπούσα τόσο πολύ εκείνο τον άνθρωπο, δάσκαλο τον είχα, που αναγκάστηκα κάποια στιγμή να παραδεχθώ ότι είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει τη ζωή του. Ακόμη και να της βάλει τέλος; Ναι. Ακόμη και να της βάλει τέλος. Με μια όμως προϋπόθεση. Να την έχει πρώτα ζήσει. Να την έχει χορτάσει. Να είναι σε τέτοια ηλικία που ο θάνατος να μην είναι παράταιρος. Από αυτοκτονία ή ό,τι άλλο...

Πρέπει να καταλάβεις ότι πόνεσα πάρα πολύ για να φτάσω σε τούτο το συμπέρασμα. Ακόμη και για έναν άνθρωπο που είχε τα τριπλά και παραπάνω χρόνια από το Λάμπρο. Και μόνο γιατί σε κείνον τον άνθρωπο σεβόμουν απεριόριστα τη δύναμη του μυαλού του. Αλλά κυρίως γιατί εκείνος δε μας άφησε σημείωμα πως πεθαίνει από ερωτική απογοήτευση. Εκείνος το θάνατό του τον ονόμασε διαμαρτυρία. Και πως τον σκοτώνει η λύπη του για το έγκλημα που εμείς οι ενήλικες κάνουμε σε βάρος της αθώας νέας γενεάς. Τον έλεγαν Δημήτρη Λιαντίνη. Και έφυγε από κοντά μας την 1η Ιούνη 1998.

Ξέρω, είμαι σίγουρη, πως αυτός ο άνθρωπος αν τώρα μάθαινε την αυτοκτονία του Λάμπρου, του 17χρονου Λάμπρου, θα έπαιρνε φραγγέλιο και θα μας μαστίγωνε όλους. Ίδια που το έκανε ο Ιησούς στο ναό του Σολομώντα. Μόνο τα παιδιά δε θα μαστίγωνε. Και πολύ περισσότερο την κοπέλα του Λάμπρου. Πώς να μαστιγώσει ένα νέο κορίτσι που στα 17 του καταστράφηκε για πάντα η ζωή του;

Εμάς θα μαστίγωνε. Όλους εμάς τους μεγάλους. Τους δασκάλους. Τους γονείς. Την κοινωνία των ενηλίκων. Γιατί δεν καταφέραμε να σταματήσουμε το θάνατο. Γιατί αφήσαμε ένα παιδί πριν ακόμη ζήσει να κατεβεί στον τάφο.

Και να πεις πως δεν το έλεγε; Πως δεν είχε προειδοποιήσει; Θα αυτοκτονήσω! το είχε πει σε πολλούς, λέγανε σήμερα όσοι τον ήξεραν. Μα δεν τον πήρε κανείς στα σοβαρά...

Τώρα μας φταίει το κορίτσι. Τα βάζουμε μαζί της.

Κι εμείς αθώες περιστερές. Νίπτουμε τας χείρας μας!

Ντροπή μας!


___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5283
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ: Μια ολόκληρη πόλη στα μαύρα...

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 13, 2014 12:53 am

Πέρασε κιόλας ένας χρόνος. Οι πολλοί το ξέχασαν. Συνεχίζουν τη ζωούλα τους. Οι λίγοι, που τους άγγιξε, και περισσότερο εκείνοι που τους τσουρούφλισε, θυμούνται ακόμα. Λες και ήταν μόλις χτες.

Και πρέπει να πω ότι στο χρόνο που μεσολάβησε μου έτυχε απρόσμενα ένα βράδυ να βλέπω κάποιο ρεπορτάζ στην τηλεόραση για τον τόπο μας. Έδειχνε το Δρέπανο και τα άλογα. Και ξαφνικά βλέπω το Λάμπρο. Ολοζώντανο. Καβαλάρης. Στα δεκαπέντε του. Πάγωσα.

Αχ, κακόμοιρο παιδί. Που δε λυπήθηκες τα νιάτα σου...

Κι έρμοι γονείς. Που σε καμάρωναν λεβέντη.

Τι να τους πεις; Κουράγιο; Υπομονή; Λόγια άχρηστα.

Μόνο που τους σκεφτόμαστε. Δεν τους ξεχάσαμε όλοι.

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5283
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης