ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ... ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ... ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Ιουλ 01, 2011 2:36 pm

ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΕΚΛΟΓΗ Γ. Α. ΜΕΓΑ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΡΑΛΛΗ ΚΟΨΙΔΗ

ΕΚΔΟΤΑΙ Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ - ΑΘΗΝΑΙ

Σειρά Πρώτη - Δωδέκατη έκδοση - σελ. 27


Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ

Μια φορά κ' έναν καιρό ένα φίδι κατέβηκε στην ακρογιαλιά κι αντάμωσε έναν κάβουρα και του είπε:

- Καημένε κάβουρα, θέλω να κάμω έναν θαλασσινό από σας κουμπάρο, να κατεβαίνω καμιά φορά να τρώω κανένα θαλασσινό, κ' εκείνος πάλι, άμα θέλη, να έρχεται στη φωλιά μου να τρώη κανένα χορταράκι τρυφερό. Ε, τι λες; θέλεις να γίνωμε κουμπάροι;

Και ο κάβουρας, αφού σκέφθηκε, σκέφθηκε,

- Ας γίνουμε, του λέγει.

Τότε δώσανε τα χέρια και αμέσως καθήσανε να φάνε. Του έφερε ο κάβουρας διάφορα θαλασσινά, γαρίδες και χορτάρια της θάλασσας.

Άμα τέλειωσε το φαγί, το φίδι ήρθε στο κέφι και όλο "γεια σου κουμπάρε" και "γεια σου κουμπάρε" και αγκάλιαζε τον κακόμοιρο τον κάβουρα.

Ο κουμπάρος ο κάβουρας, σαν ντρεπότανε και λίγο, του έλεγε όμως:

- Πολύ με σφίγγεις, κουμπάρε.

- Μα σ' αγαπώ, κουμπάρε, του έλεγε το φίδι.

Πάλι σε λιγάκι:

- Γεια σου κουμπάρε, και όλο τον έσφιγγε.




- Μα πολύ με σφίγγεις, κουμπάρε, και θα σκάσω.

Και το φίδι, που είχε το σκοπό του:

- Μα δε μπορώ, κουμπάρε, σ' αγαπάω.

- Κ' εγώ σ' αγαπάω, κουμπάρε, απαντούσεν ο κάβουρας, μα έβλεπε που δεν πηγαίνανε καλά` το φίδι όλο τον έσφιγγε, όσο πήγαινε, και δεν τον απόλαε καθόλου.

Πάλι σε λιγάκι τον έσφιξε τόσο, που ο κάβουρας απελπίσθηκε και γυρίζει και του βάνει τις δαγκούνες του στο λαιμό, και τότε πια τον απόλυκε το φίδι και απλώθηκε στη φωλιά του κάβουρα, όσο μακρύ ήτανε. Τότε του είπεν ο κάβουρας:

- Να, έτσι είναι καλά! Ίσια κουμπάρε, όχι με μάζωνες να με πνίξης!

ΥΓ Η ορθογραφία ακολούθησε το κείμενο του βιβλίου, εκτός του πολυτονικού συστήματος τονισμού.

Σχόλια

Τα Παραμύθια του Μέγα τα διάβασα θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα, δευτεράκι τότε του Δημοτικού, για πρώτη φορά. Ήταν τα πρώτα μεγάλα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου. Και χάραξαν ανεξίτηλα σύμβολα στην ψυχή μου. Αλλά και κώδικες επικοινωνίας με τον κόσμο. Τι κι αν τα Παραμύθια του μιλούσαν για κάβουρες και φίδια και άλλα ζωντανά; Κανείς ποτέ δε χρειάστηκε να μου εξηγήσει τι είναι οι κάβουρες και τι τα φίδια. Όπως και σε κανένα παιδί δε χρειάζονται τέτοιες περιττές διευκρινίσεις. Αντίθετα με τους μεγάλους που βλέπουν το φίδι ομπρός τους και χρειάζονται χρόνια να καταλάβουν τι είναι.

Πέρασε καιρός πολύς από τότε. Τότε που κοιμόμουν αγκαλιά με τα Παραμύθια. Μέρες όμως που είναι τα θυμήθηκα. Και όχι μόνο από νοσταλγία. Περισσότερο έφταιξε το σφίξιμο έως ασφυξίας... Γι' αυτό θα δανειστώ κι εγώ την ατάκα του κάβουρα:


- Μη με σφίγγετε πολύ... Έχω κι εγώ "δαγκούνες". Κι αν χρειαστεί, θα τις χρησιμοποιήσω, ... κουμπάροι και και παρακούμπαροι!

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ... ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Παρ Ιουλ 01, 2011 2:47 pm

Ένα ακόμη παραμύθι από Τα Ελληνικά Παραμύθια του Γ. Μέγα (Σειρά Πρώτη - σελίδα 16)

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Μια φορά ο λύκος κάμανε κολλιγιά με την αλεπού, για να σπείρουνε μαζί.

Αρχίσανε καμιά φορά και σπείρανε. Ήρθε και ο καιρός να θερίσουνε' αλλά που έκαμνε ζέστη, κάψα πολλή και η αλεπού δεν της ερχότανε καλά να θερίζη μέσ' στη λαύρα!

Τι του λέει λοιπόν του λύκου:

- Νικολό, θέρισε συ, που πιο πολύ επιτηδεύεσαι κ' εγώ να πάω να κρατήσω κείνον το βράχο να μην πέση και μας πλακώση.

- Όπως ξέρεις κάμε, της είπε ο Νικολός, και έτσι καθότανε η αλεπού στον ήσκιο και κράταε το βράχο να μην πέση, και ο κουτός ο λύκος εθέριζε.

Μα άκου να δης τι του καμε στο μοίρασμα.

Όταν αλωνίσανε καμιά φορά, βάλανε χώρια το στάρι και χώρια τάχερα. Του είπε τότες η αλεπού:

- Θέλεις να πάρης, Νικολό, εσύ το πολύ το άχερο κ' εγώ το λίγο στάρι ή εγώ το πολύ το άχερο; και ο λύκος θυμότανε την ύστερη κουβέντα και είπε:

- Ας πάρω εγώ το πολύ άχερο!

Και έτσι πήρε η αλεπού το στάρι η πονηρή κι ο λύκος ο κουτός το άχερο. Και στα τελευταία του έλεγε:

- Βλέπεις, Νικολό; εγώ εσένα έβαλα διαλεχτήν, να μην έχης παράπονο' συ διάλεξες το πολύ άχερο. Ε, καλό φάγωμα το άχερο, Νικολό, και του χρόνου.

- Παρομοίως σου, μαργιόλα μου, να είσαι καλά.


Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμη καλύτερα. Έτσι δεν τελειώνουν τα παραμύθια;

Μα για να είναι καλά τα τελειώματα, ας διαβάζουμε προσεχτικά τους μύθους. Και τα πίσω από τις λέξεις. Και τις σιωπές ακόμα...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ... ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Σαβ Ιουλ 02, 2011 4:55 am

ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ

Μια φορά ήταν μια γριά κι είχε μια κόρη και την έστελνε και μάζευε χορταράκια.

Μια μέρα του Μαγιού, που ήταν γεμάτα τα χωράφια από λουλούδια και τα δέντρα όλα άνοιγαν φύλλα, εμπήκεν η κόρη σ’ ένα χωράφι κι αντί να μαζεύει χόρτα, εμάζευε παπαρούνες! Είχε και μια βελόνα και τις έραβε στο φουστάνι της.

Εκεί που στολίστηκε, μάτια μου, από πάνω ως κάτω, επέρασαν οι τρεις Μοίρες και, άμα την είδαν, εγέλασαν. Εγέλασε και η πιο μικρή, που ποτέ της δεν είχε γελάσει.

Της λένε λοιπόν οι Μοίρες:

- Αφού έκαμες και γέλασε η αδερφή μας, τι να σ’ ευχηθούμε; Αυτά τα λουλούδια που φορείς να γίνουν μπριλάντια και διαμάντια, της είπεν η πρώτη. Η δεύτερη της λέει:

- Να γίνεις η ωραία του κόσμου και, όσο μιλείς, ρόδα και τριαντάφυλλα να πέφτουν απ’ το στόμα σου.

Της λέει και η τρίτη, η πιο μικρή:

- Εσύ που μ’ έκαμες και γέλασα, τώρα θα περάσει ο βασιλιάς, αυτή την ώρα, να σε πάρει γυναίκα του. Θα χάσει το νου του που θα σε ιδεί.

Αυτή γίνηκε αλλιώτικη. Τέλος, μάτια μου, περνά μέσα στην ώρα ο βασιλιάς και, καθώς την είδε, θάμπωσαν τα μάτια του κι εσάστισε απ’ την ομορφιά της και της λέει:

- Άνθρωπος είσαι ή φάντασμα;

Λέει:

- Άνθρωπος.

Εκείνος τότε της λέει:

- Πλησίασε κοντά μου. Και την παίρνει και την βάζει απάνω στ’ άλογό του και την πάει στη μητέρα του.

Η μητέρα του, καθώς την είδε, του λέει:

- Βρε παιδάκι μου, τι είναι αυτό; τέτοιο πράμα, φάντασμα είναι.

- Όχι, μητέρα μου, λέει, γυναίκα είναι, μη στενοχωριέσαι.

Να μην τα πολυλογούμε, από δω είχε από κει είχε την παίρνει γυναίκα. Περνούσαν ζωή ωραία.

Μια μέρα κει που κάθονταν στην κάμαρα και του χτένιζε το κεφάλι, αυτή γέλασε. Της λέει ο βασιλιάς:

- Γιατί γελάς;

- Αχ, λέει, μάτια μου, τι να σου πω! γελώ, γιατί μου φάνηκε το γένι σου σαν τη σκούπα του παλατιού μας.

- Α, για το Θεό, λέει αμέσως ο βασιλιάς, ως αυτού μ’ έριξες;

Προσκαλεί τη δωδεκάδα, για να ιδούνε τι θ’ αποφασίσουν. Κι αυτοί του είπαν να τη σκοτώσει.

Τότε λοιπόν οι Μοίρες, που την εμοίραναν, κατάλαβαν τι της γινόταν.

- Για ιδές, λένε, η παλαβή τι έπαθε! και κάνουν τρεις φρεγάδες, γενήκαν τρεις νέοι ωραίοι και πάνε σ’ αυτό το μέρος. Και αρχινούν να κανονιέρουν.

- Ήρθαν τρία βασιλικά, τρία βασιλικά καράβια! έτρεχαν ο κόσμος να ιδούν τα καράβια.

Βάζει τη στολή του ο βασιλέας να πάει να υποδεχθεί τους ξένους. Του λένε λοιπόν οι ξένοι:

- Εμάθαμε πως έχετε την αδερφή μας, που την είχαμε χαμένη.
- Μάλιστα, λέει ο βασιλέας και ήταν κατατρομαγμένος.

Παίρνει λοιπόν αυτός τους νέους και τους πάει στο παλάτι. Ετοιμάζουν φαγητά, κάθονται τρώνε, λένε:

- Θέλουμε να δούμε την αδερφή μας.

Πάνε λοιπόν στην κάμαρα της βασίλισσας και της λένε:

- Βρε συ, τι σού ‘ρθε να του πεις τέτοιο πράμα; Δεν φτάνει που σε κάναμε βασίλισσα, μόν’ ήθελες να κάμεις τέτοια προσβολή του βασιλέα; Αποφάσισε να σε σκοτώσει. Μα επειδή είμαστε οι Μοίρες που σε μοιράναμε, που έκαμες την αδερφή μας και γέλασε, πάρε τούτο το σκουπάκι που είναι όλο διαμάντι και μπριλάντι και κρέμασέ το από πίσω απ’ την πόρτα. Και αν τυχόν μπει ο βασιλιάς και πει τι είναι τούτο, να του πεις:

- Βασιλέα μου, αυτό είναι εκείνο που σου ‘πα, γιατί εμείς τέτοια έχουμε μέσ’ στο παλάτι. Να φανείς πως είσαι τόσο πλούσια, κι άλλη φορά να ‘σαι προσεκτική. Γιατί, κακομοίρα, επειδή έκαμες την αδερφή μας κι εγέλασε, γι’ αυτό κι εμείς σου κάναμε αυτή τη χάρη, γιατί είχε σκοπό ο βασιλέας να σε αποκεφαλίσει.

Την χαιρετούν λοιπόν αυτοί, τους αποχαιρετά ο βασιλέας, μπαίνουν στις φρεγάδες τους και φεύγουν.

Γυρίζει λοιπόν ο βασιλέας στο παλάτι και πάει στης βασίλισσας την κάμαρα. Εκεί που πάει να κλείσει την πόρτα, βλέπει ένα ολόχρυσο πράμα, το σκουπάκι το ωραίο, και κρέμονταν στην πόρτα, που άστραψαν τα μάτια του. Λέει:

- Τι ‘ναι αυτό το πράμα;

- Είναι αυτό που σου ‘πα πως μοιάζει το γένι σου.

Αυτός σαν τ’ άκουσε λέει: «Α, άδικα ήθελα να τη σκοτώσω την καημένη. Αυτή δεν το έκαμε για να με καταφρονέσει, μόνο το ‘καμε να με τιμήσει κι εγώ το πήρα διαφορετικά».

Κι αγαπίζει με την γυναίκα του και ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα.

Μήτε εγώ ήμουν εκεί μήτε συ να το πιστέψεις.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΜΕΓΑ: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ,
σειρά 2α, σελίδα 131 – Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήναι 2001

O ΓEΩPΓIOΣ MEΓAΣ γεννήθηκε στη Mεσημβρία της Aνατολικής Pωμυλίας το 1893. Σπούδασε φιλολογία στα Πανεπιστήμια Aθηνών, Λειψίας και Bερολίνου. Tο 1936 ανέλαβε το Λαογραφικό Aρχείο της Aκαδημίας Aθηνών και το 1947 εκλέχθηκε καθηγητής της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών όπου δίδαξε ώς το 1961. Tο 1970 εκλέχθηκε μέλος της Aκαδημίας Aθηνών. Πέθανε στην Aθήνα το 1976.

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης