Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Σελίδα 2 από 2 Επιστροφή  1, 2

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:55 am

Ὠστόσον ἐπλησίαζε μεσονύκτιον, καὶ δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ πλέον ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος. Ὁ ἱερεὺς δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνήσῃ κανένα ἐκ τῶν βοσκῶν καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν πόλιν, ὡς ἐσκέφθη κατ᾿ ἀρχάς, διότι ἐλογάριασεν ὅτι τόσον ὀλίγαι ὧραι ἔμενον ἕως νὰ ξημερώσῃ, ὥστε μέχρις οὗ ὑπάγῃ ὁ ἀποσταλησόμενος εἰς τὴν πάλιν, ζητήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ψάλτην, ἐωσότου πείσῃ καὶ φέρῃ αὐτὸν καὶ φθάσωσιν ὁμοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, θὰ ἦτο ἀκριβῶς δυὸ ὧρες ἡμέρα... καὶ ἡ Ἀνάστασις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὰ μεσάνυκτα, ἢ καὶ βραδύτερόν τι.

Ὁ παπα-Διανέλλος ἐσηκώθη στενάζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν καὶ προσεκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Εὐθὺς κατόπιν τοῦ ἔτρεξαν ἡ γριὰ Μαθηνῶ καὶ ἡ θεία τὸ Σειραϊνῶ, ἡ σημαιοφόρος τῶν πανηγύρεων. αἱ δυὸ γυναῖκες ἤρχισαν νὰ ἀναζωπυρῶσι τὰ φυτίλια, νὰ ρίπτωσιν ἔλαιον εἰς τὰς κανδήλας καὶ νὰ κάμνωσιν ἐγκάρδιους σταυρούς. Ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των. Ἦτον Ἀνάστασις. Ἀνάστασις!

Τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἔλαμπε μὲ ἅγιον φῶς, δεξιά της Ἱερᾶς Πύλης. Ἡ μορφὴ τῆς Δεσποίνης Θεοτόκου ἤστραπτεν ἐξ ἀφάτου χαρᾶς, ἀριστερόθεν, κρατούσης τὸ θεῖον βρέφος της. Ἡ ὄψις τοῦ τιμίου Προδρόμου, μὲ ἕνα βόστρυχον τῆς κόμης φρίττοντα πρὸς τὰ ἄνω, ὡς νὰ ἔμενεν ἀνορθωμένος ἀπὸ τὴν πρόσψαυσιν τοῦ θηριώδους δημίου του ἀποκόψαντος τὴν σεβάσμιον κάραν τοῦ μείζονος ἐξ ὅσων ἐγέννησαν κατὰ φύσιν αἱ γυναῖκες τῶν ἀνδρῶν, ἐσελαγίζετο ἐκ μυστικῆς εὐφροσύνης παραπλεύρως ἐκείνου, οὗ τὴν φρικτὴν κορυφὴν ἠξιώθη νὰ χειροθετήσῃ.

Καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει, ἂν καὶ πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν μέτωπόν του, προβλέποντος, ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔμελλε μετ᾿ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωμα καὶ θυσιαστήριον, ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι, ἀλλ᾿ εἰς Μουσεῖον, Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον, ὡς νὰ εἶχε παύσῃ ν᾿ ἀσκεῖται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία, καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾿ ἀνῆκον εἰς θαμμένον παρελθόν, καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείμενον περιέργειας!... Ἴλεως γενοῦ αὐτοῖς, Κύριε!

Τέλος δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ὁ κυρ-Κωνσταντός, καὶ ὄφειλον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλωσι τὴν ἀκολουθίαν. Αἱ ἐκ τῆς πόλεως γυναῖκες, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ἀποτινάξασαι τὴν ὑπνώδη νάρκην, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναΐσκον. Αἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ποιμενίδες δὲν ἤργησαν νὰ ἐξυπνήσωσι, ὁ δὲ παπα-Διανέλλος ἐξῆλθε πρὸς στιγμὴν καί, λαβὼν τεμάχιον Παλαιᾶς σανίδος καὶ σφυροειδὲς ξύλον, κατεσκεύασεν αὐτοσχέδιον σήμαντρον, διότι, φεῦ! δὲν ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ κώδων, ὅστις νὰ ἐξυπνᾷ τοὺς πρὸ αἰώνων κοιμηθέντες καὶ νὰ συγκινῇ τὴν κόνιν τῶν ἀπὸ γενεῶν κοιμηθέντων κατοίκων τῆς πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης πόλεως.

Διὰ τοῦ σημάντρου τούτου ἤρχισε νὰ κρούῃ ὁ ἱερεὺς εἰς τροχαίους πρῶτον (τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ), εἶτα εἰς ἰάμβους (τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον), καὶ νὰ ἐξυμνῇ τὰς μεσονυκτίους ἠχοῦς.

Οἱ βοσκοί, ἐνωτισθέντες τὸν μονότονον ἦχον, ἐτινάχθησαν διὰ μιᾶς ἐπάνω, ἐπέταξαν τὰς κάπας των, ἐνίφθησαν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ «Κύματι θαλάσσης», ἐθυμίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν, εἶτα, φορέσας ἐπιτραχήλιον καὶ φαιλόνιον, ἤναψε μεγάλην λαμπάδα, καὶ βαστάζων αὐτὴν ἐξῆλθεν εἰς τὰ βημόθυρα, καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μεγαλοφώνως τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς». Οἱ βοσκοὶ ἤναψαν τὰς λαμπάδας των, ὁμοίως καὶ αἱ γυναῖκες, κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ προαύλιον, τοῦ ἱερέως κρατοῦντος τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον μετὰ τοῦ θυμιατοῦ καὶ ψάλλοντος «Τὴν Ἀνάσιασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ».

Εἶτα ἡ ἱερὰ εἰκὼν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἀπετέθησαν ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἐκπληρούσης χρέη τρισκελίου, ἐφ᾿ ἧς αἱ γυναῖκες εἶχον στρώσει μεταξοϋφὲς μακρὸν προσόψιον. Ὁ ἱερεὺς ἀνέγνω ἀργὰ τὸ κατὰ Μάρκον «Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου», εἶτα θυμιάσας καὶ ἐκφωνήσας τὸ «Δόξα τῇ ὁμοουσίῳ», ἤρχισε νὰ ψάλλῃ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη.

Ἀφοῦ τὸ ἔψαλε τρὶς ὁ ἴδιος, καὶ ἀνὰ ἅπαξ ἢ δὶς δυὸ τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ εἶχον ὀλιγότερον τραχείαν τὴν προφορὰν κι «ἐγύριζε κάπως ἡ γλώσσα των», ἔλαβε θάρρος καὶ ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ τὸ ἔψαλεν ἅπαξ, ὁμοίως, καὶ ἡ θειὰ τὸ Σειραϊνῶ, ἐνῶ τὸ Καλλιοπὼ καὶ τὸ Ἀγλαὼ καὶ ἡ Ἀννούδα καὶ αἱ ἄλλαι γυναῖκες ἔπνιγον τοὺς καγχασμούς των εἰς τὰς παλάμας, μὲ τὰς ὁποίας, ὡς δι᾿ ἑκουσίου φιμώτρου, εἶχον περιλάβει τὰ στόματά των.

Τελευταῖον εἰς ἐπισφράγισιν τὸ ἔψαλε πάλιν ὁ ἱερεύς, καὶ εἶτα εἶπε τὰ Εἰρηνικά. Μεθ᾿ ὅ, ἀναλαβὼν τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἔψαλε τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» καὶ τὰ δυὸ τροπάρια τῆς πρώτης ὠδῆς, ἀκολούθως εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἱερόν, καὶ ἐξελθὼν πάλιν ἔλαβε καιρὸν καὶ πάλιν εἰσῆλθε καὶ ἤρχισε νὰ φορῇ ὅλην τὴν ἱερὰν στολήν του. Ἡ ψαλμωδία διεκόπη ἐξ ἀνάγκης. Ἡ Θεία-Μαθηνὼ ἐπλησίασεν εἰς τὸν γερο-Φιλιππῆν, πρωτοκάθεδρον τῆς τάξεως τῶν ποιμένων, καὶ ἐδοκίμασε νὰ κανοναρχήσῃ πρὸς αὐτόν.

«Ψάλε, γερό-Φιλιππῆ». Ἀλλὰ τοῦ γερο-Φιλιππῆ δὲν ἐγύριζεν ἡ γλώσσα του νὰ εἴπῃ «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις».

Τότε ἡ θεία τὸ Μαθηνὼ ἤρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ψάλλῃ: «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως...» Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀκριβὴς προφορὰ εἰς τὸ στόμα της ἦτο: «Καθαρθῶμεν τὰς ἠσθήσεις κὴ οὐψόμεθα...».

«Αὐτὸ τὸ εἴπαμε, βλοημένη», ἔκραξεν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος. «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, εἶναι τώρα».

«Ἄ! Ναί», ἔκαμεν ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ ἤρχισεν: «Δεῦτε πόμα πίουμιν κηνόν...»

Ἀλλ᾿ ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐξηκολούθει νὰ ἐνδύεται, ἐνόησεν, ὅτι ἢ τὴν προσκομιδὴν ἔπρεπε ν᾿ ἀναβάλῃ, ἢ τὴν ἀκολουθίαν νὰ διακόψῃ.

Καὶ ταῦτα μὲν ἐπεδέχοντο οἰκονομίαν, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε πῶς θὰ τὰ ἐκατάφερναν εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἐφόρει ἓν ἕκαστον τῶν ἀμφίων κι ἐψιθύριζε τὰ διατεταγμένα λόγια: «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ· ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με. Ὡς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν, καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ».

Εἶτα ἤρχιζε νὰ ψάλλῃ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος.

«Νῦν πάντα πεπληρωμένα φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια».

Εἶτα πάλιν, φορῶν τὸ ἐπιτραχήλιον, ὑπεψιθύριζεν: «Εὐλογητὸς ὁ θεός, ὁ ἐγχέων τὴν χάριν αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα...» Καὶ πάλιν ἔψαλλε: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοί...».

Εἶτα φορῶν τὸ περιζώνιον, ἔλεγεν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ περιζωννύων με δύναμιν, καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου». Ἤ, περνῶν τὸ ἓν ἐπιμανίκιον, ἀπήγγελλεν: «Ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ...» Καὶ διακόπτων τοῦτο ἔψαλλε τὴν καταβασίαν: «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου...».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:55 am

Ἀφοῦ ὅμως ἐνεδύθη τὴν ἱερατικὴν στολὴν ὅλην, ἐξῆλθεν κι ἐχοροστάτησε κι ἔψαλεν ὁ ἴδιος ὅλον τὸν Κανόνα, ἔμελλε δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς «Αἴνους» καὶ ν᾿ ἀρχίσῃ τὸν «Ἀσπασμόν», ὅταν εἶς τῶν βοσκῶν, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει διὰ νὰ ἰδῇ πῶς εἶχον αἱ αἶγες του, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον καὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα ἀπ᾿ τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα καὶ ὅτι εἶναι βαθιὰ κάτω καὶ δὲν τὸν εἶδε, μόνον τὴν φωνήν του ἤκουσεν.

Ὁ ἱερεὺς ἐστράφη:

- Τί τρέχει;

- Δὲν ξέρω τί νὰ εἶναι, εἶπεν ὁ βοσκός... Βαθιὰ κάτ᾿ χουϊάζει... Ποῦ εἴσαστε, ποῦ εἴσαστε; Νὰ πάρου μία λαμπάδα νὰ πάου νὰ ἰδῶ;

- Νὰ πᾷς.

Δυὸ ἢ τρεῖς ἄλλοι νεαροὶ βοσκοὶ καὶ ποιμένες ἔλαβον ἀμέσως τὰς λαμπάδας των κι ἔτρεξαν ἔξω.

Ἀφοῦ ἔφερε γύρο ὅλην τὴν ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὁ κυρ-Κωνσταντὸς ὁ Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κ.τ.λ., ἐπιτέλους, ὡς δυὸ ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Λιβάδια, ἔξω τῆς πόλεως, ὅπου εἶχε δεμένον τὸ ὀνάριόν του, διὰ νὰ τὸ λύσῃ, ὅπως φορτώσῃ ἐπ᾿ αὐτοῦ τὴν μικρὰν ἀποσκευήν του καὶ ἐκκινήσῃ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, καθ᾿ ἣν εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν πάπα-Διανέλλον.

Ἀλλὰ τότε μόνον ἐνόησεν, ὅτι εἶχε λησμονήσει ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ, ἤτοι νὰ τὸ μετατοπίσῃ εἰς ἄλλην βοσκήν, καὶ τὸ πτωχὸν τὸ ὀνάριον δὲν ἐφαίνετο πολὺ χορτάτον, ὅταν ὁ κύριός του τὸ ἔλυσεν. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾿ οὗ ἀνόρθωσε ἐλαφρῶς τὰ χαμηλωμένα αὐτιά του, τὸ ζῶον ἐφαίνετο νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ὁ ἀφέντης του θὰ τὸ μετέθετε τέλος εἰς ἄλλην βοσκήν, ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς τὸ ὁδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπου ἐφόρτωσεν ἐπάνω του ἕνα πενιχρὸν τορβᾶν περικλείοντα τρόφιμα, ἐπέστρωσεν ἐπὶ τοῦ σάγματος παλαιὸν ξεθωριασμένον κυλίμιον, καὶ ἀναβὰς ὁ ἴδιος ἐκάθισε μονόπλευρα ἐπ᾿ αὐτοῦ.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐξεκίνησεν. Ἀλλὰ δὲν ἤργησε νὰ καταλάβῃ, ὅτι τὸ ζωντόβολον, ἕνεκα τοῦ γήρατος καὶ τῆς μετρίας τροφῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει, δὲν θὰ ἀντεῖχε καλῶς εἰς τὴν μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ «μαραζώσει» τὸν ἀναβάτην.

Ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸν ἐπάνω Ἅϊ-Γιαννάκην, οὐ μακρὰν της πόλεως, κατέβη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγῇ τὸ ὀνάριον, πεζὸς βαίνων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ζῶον δὲν ἐβάδιζε καλῶς, μὲ ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ κατέφερε μὲ μίαν λεπτὴν βέργαν εἰς τὰ ὀπίσω του. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ν᾿ ἀπαλλαγῇ τῆς συντροφιᾶς, ἥτις θὰ ἦτο μᾶλλον βάρος ἢ βοήθεια εἰς αὐτόν, καὶ νὰ δέσῃ κάπου τὸ ζῶον, διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ βοσκήσῃ. Ἐζήτησε μέρος κατάλληλον διὰ νὰ τὸ δέσῃ, ἀλλὰ δὲν εὖρεν εἰς τὸν ἐπάνω Ἅϊ-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν.

Κατέβη ὀπίσω εἰς τὸν κάτω Ἅϊ-Γιαννάκην ἀλλὰ ἀφοῦ κι ἐκεῖ δὲν εὖρεν ἱκανὸν χόρτον, διηυθύνθη ἀπώτερον κάπου, εἰς τὴν θέσιν Ἔρμο Χωριό, κι ἐκεῖ ἔδεσε τέλος τὸ ζῶον εἰς τὴν ρίζαν ἀγρίου δένδρου, ἐντὸς ἀσπάρτου ἀγροῦ, καὶ πλησίον ἑνὸς φράκτου. Αὐτὸς δὲ ἐφορτώθη εἰς τὸν ὦμον τὸν τορβᾶν καὶ τὸ κυλίμιον, ἔβαλε ὄπισθέν του εἰς τὴν μέσην μικρὸν κλαδευτήρι καὶ κρατῶν τὴν λεπτὴν ράβδον του, ἐξεκίνησε πεζός. Εἶχε χασομερήσῃ σωστὴν μίαν ὥραν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας.

- Τώρα, εἶπε μέσα του, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ νυχτώσω (καὶ πάλιν θὰ νυχτώσω), ἐκτὸς ἐὰν ἀπομείνω· ἀλλὰ ν᾿ ἀπομείνω δὲν πρέπει, γιατὶ ἔδωκα ὑπόσχεσιν τοῦ παπᾶ.

Οὕτως εἶπε, καὶ οὕτως ἔκαμε. Καὶ ἤρχισε νὰ κόφτῃ δρόμον, μὲ ὅλα τὰ ἑξήκοντα ἔτη του, μὲ ὅλον τὸ δημογεροντικὸν καὶ προεστάδικον τῆς διαίτης καὶ τοῦ ἤθους του, τὸ βραχὺ ἀνάστημα, τὸ ὠχρόν, λεπτόδερμον καὶ καταπονημένον πρόσωπον, καὶ μεθ᾿ ὅλον τὸ κανονικόν, καίτοι παλαιὸν καὶ ἐφθαρμένον τῆς βράκας καὶ τοῦ φεσίου. Ἦτο παλαιὸς γεωργοκτηματίας, ἀπὸ οἰκογένειαν, μὲ ὅλα τὰ κτήματα τοῦ ἐνυπόθηκα, ἐκ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εὗρε λείαν εὔκολον καὶ καλὸν ἕρμαιον ἡ ἄπληστος καὶ ἰδιοτελὴς πανουργία τῶν παντοπωλῶν, μικρεμπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές, τῶν νεόπλουτων τῆς σήμερον, κατὰ πόλεις καὶ κώμας.

Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ἀνέβη τὶς Βίγλες καὶ ἔφθασεν εἰς τοῦ Κ᾿φαντώνη τὸ Καλύβι, εἶτα κατέβη εἰς τὸ ρέμα, τὸ συνορεῦον πρὸς τὸ Λεχούνι, ὅπου εὑρίσκεται ὁ νερόμυλος τοῦ Δήμου τοῦ Βλάχου κι ἐκεῖθεν ἤρχισε ν᾿ ἀναβαίνῃ τὸν μικρὸν ἀνήφορον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.

Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀντικρὺ τοῦ βραχώδους καὶ ἀποτόμου ὅρους, ὅπου κεῖται τὸ μικρὸν διαλυμένον μονύδριον. Ὁ πάπα-Ἀζαρίας, Σύγκελλος, ἡγούμενος τοῦ ἐρήμου ἀδελφότητος μοναστηρίου, οὐδὲν ἄλλο ἔχων πνευματικὸν ποίμνιον, εἰμὴ μίαν ὑπέργηρον καλογραίαν ἐνενηκοντούτιν καὶ ἕνα ἄχρηστον ὑποτακτικόν, ἡλικιωμένον, ναυαγὸν τοῦ κόσμου καὶ ἀπόχηρον, εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς μονῆς, κι ἔβλεπε τὰς τελευταίας ἀκτίνας τοῦ ἡλίου ἐπιχρυσούσας διὰ τίνας στιγμᾶς ἀκόμη τὰς κορυφᾶς τῶν ἀνατολικῶν ἀπέναντι ὀρέων, ὅταν εἶχε τὸν μπάρμπα-Κωνσταντὸν νὰ προκύψῃ ὄπισθεν τῆς τελευταίας αἵμασιας, τῆς χαραττούσης ἑκατέρωθεν τὸν δρόμον.

- Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ; Σὰν τὰ χιόνια!

- Εὐλογεῖτε, πάτερ! Καὶ ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν σταυρὸν τοῦ τρίς, ἀποβλέπων πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους, ἤρχισεν, ἀσθμαίνων, νὰ διηγεῖται, πῶς ὁ πάπα-Διανέλλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ ποιμένας νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, πῶς ἐκάλεσε καὶ αὐτόν, τὸν κυρ-Κωνσταντόν, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ, πῶς ὁ παπὰς εὐρίσκετο ἀπὸ τῆς πρωίας ὀπίσω, εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον βοηθὸν ἢ συλλειτουργόν, πῶς αὐτός, ὁ κυρ-Κωνσταντός, ἠργοπόρησε νὰ ἐκκινήσῃ, ἕνεκα τοῦ ὀναρίου του, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ ἤθελε κάθε τόσο ἄλλαγμα βοσκῆς (καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ρίξει τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφθόνους βροχάς, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δαψίλεια βοσκῆς εἰς τὰ Λιβάδια), καὶ τέλος, πῶς ὁ κυρ-Κωνσταντὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν᾿ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ πεζὸς ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, διὰ νὰ μὴ γελάσῃ τὸν παπάν, ἐπειδὴ εἶχε δοσμένον τὸν λόγον του νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ.

- Μὰ τώρα νύχτωσες... θὰ νυχτώσεις... εἶπεν ὁ Ἅϊ-Χαραλαμπίτης ὁ ἱερεύς. Πῶς θὰ πᾷς ἐκεῖ, ἔ; Εἶναι μιάμιση ὥρα δρόμος ἀκόμα... καὶ τὸ φεγγάρι θ᾿ ἀργήσει τρεῖς ὦρες νὰ βγῇ... σκοτάδι ἄσ᾿βος!

Ἄσ᾿βος, ἄσσοβος = ἄβυσσος.

«Πῶς νὰ κάμω;» εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις ἤρχισεν εὐθὺς νὰ ὀκνῇ καὶ νὰ διστάζῃ.

«Σκοτάδ᾿ ἄβ᾿σος», ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, «τὸ φεγγάρι θ᾿ ἀργήσει τρεῖς ὦρες... Πῶς θὰ πᾷς ὡς ἐκεῖ, μοναχός σου; Κακοστρατιά, κλεφτότοπος. θὰ πέσεις σὲ κανένα γκρεμνὸ νὰ κατασκοτωθεῖς».

«Τί μὲ συμβουλεύεις, γέροντα, νὰ κάμω;» τοῦ εἶπε ψοφοδεὴς ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ὁ πάρεδρος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:56 am

Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, ἀλλ᾿ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευματικόν τι. Ἴσως ἔλεγε μέσα του: «Τί ἤθελα, τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράγματα νὰ τὸν δειλιάσω... Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος... Ἀφορμὴ ἐγύρευε νὰ μείνῃ μὲς στὴ μέση... καὶ νὰ κάμῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο».

Εἶτα εἶπε μεγαλοφώνως:

«Τί νὰ σοῦ πῶ κι ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κι ὕστερα δὲν ξέρετε νὰ σηκωθεῖτε μὲ τὴν ὥρα σᾶς τουλάχιστον, νὰ πᾶτε ῾κεῖ ὅπου ἔχετε δώσει λόγο... κι ὁ ἄλλος ἂς καρτερῇ... Ἕνα πράμα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο ἀπ᾿ ἀρχῆς, πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι, νὰ τὸ μετρᾶς καλά, νὰ μὴ δίνεις τὸ λόγο σου... Τί δουλειὰ εἶχες ἐσύ, νοικοκύρης ἄνθρωπος, νὰ τρέχεις στὰ κατσάβραχα, ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Γιάννη, γιὰ νὰ κάμεις Πάσχα; Δὲν ἤξερες νὰ ῾ρθεῖς στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο; Τί νὰ σοῦ κάμω ἐγώ; Ἐδῶ θελὰ χρησιμέψεις... θελὰ ψάλλουμε μαζὶ τὴν Ἀνάσταση, θελὰ λειτουργηθεῖς μία χαρά, καὶ ἡ μυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε μᾶς λείψῃ... Ἔχω κι ἐκεῖνον τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸν Γαβριήλ, ὅπου δὲ φελὰ τίποτε... ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία ἕνα σωρὸ κόκαλα, νά ῾χουμε τὴν εὐκή της... τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί, ἂς εἶναι καλά, τὲς καλὲς μέρες ἔρχονται, μᾶς κάνουν γενιά... μόνον ἐφέτος ποὺ μᾶς πῆρε τοὺς πιότερους ὁ πάπα-Διανέλλος, πίσω στὸν Ἅϊ-Γιάννη, ἀλλὰ μένουν κάτι λιγοστοί...»

Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν πάπα-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κυρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφήνων τὸν πάπα-Διανέλλον ἄνευ βοηθοῦ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονότερον ἐξηκολούθησε:

- Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμεις, ἄσχημα εἶναι... μὰ τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τραβήξεις τὸ δρόμο σου νὰ πᾷς... Ἔδωκες τὸ λόγο σου... Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾿ ἀφήσεις τὸν παπὰ χωρὶς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.

Ὁ μπάρμπα- Κωνσταντὸς δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα ἀπὸ τὰς κυανᾶς καὶ κοκκίνας ὑάλους τῆς θυρίδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἥτις ἐφαίνετο προσελκύουσα αὐτὸν ὡς μαγνήτης, καὶ νοερῶς συνέκρινε τὴν σχετικὴν ἀνάπαυσιν, ἣν θὰ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπσν, ὅπου θὰ εὕρισκε ζεστὸν κελίον, μὲ ἄφθονον πῦρ καὶ καφὲν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ γάλα καὶ αὐγὰ μετὰ τὴν λειτουργίαν, καὶ διπλοῦν θαλπερὸν καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀκολουθίαν, μὲ τὴν ἐρημίαν, μὲ τοὺς βράχους, τοὺς σχοίνους καὶ τὰς κομαρέας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅπου θὰ ὑπῆρχε μόνον ὕπαιθρον ἢ ἀνεπαρκὲς ὑπόστεγον καὶ πάρα πολλὴ δρόσος πρωιμοτέρα ἢ ὥστε νὰ εἶναι ἐπιθυμητή.

- Μὴ στέκεσαι καθόλου, ἐπανέλαβε ὁ Ἅϊ-Χαραλαμπίτης. Τράβα γιατὶ θὰ νυχτώσεις, καὶ θ᾿ ἀργήσει τὸ φεγγάρι νὰ βγεῖ.

- Τώρα νύχτωσε ποὺ νύχτωσε, εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός. Καλύτερα εἶναι νὰ καθίσω προσώρας νὰ ξεκουραστῶ, ὥσπου νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι.

- Καὶ ὕστερα;

- Ὕστερα πηγαίνω μὲ τὸ φεγγάρι.

- Μὰ θὰ πᾷς;

- Θὰ πάω.

- Ξέρεις καλὰ τὸν δρόμο;

- Τί θὰ πεῖ... Μπορεῖ νὰ ἔχω χρόνια νὰ πάω, μὰ τὸν δρόμο τὸν θυμοῦμαι... Κι ἔπειτα, ἂν ἔρθῃ κανένας ἀπὸ τοὺς ξωμερίτες φίλους μου...

- Ἔ!

- Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πάῃ λίγο παραπάνω, εἶπεν ὁ μπάρμπα-Κωναταντός.

- Ὥστε δὲν ξέρεις καλὰ τὸν δρόμο;

- Ὄχι, ἀλλά...

- Φοβᾶσαι τὰ στοιχειά; ἐκάγχασεν ὁ ἱερεύς.

- Θεὸς νὰ φυλάῃ... Δὲν φοβοῦμαι τίποτε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ... Ἀλλὰ ἡ συντροφιὰ εἶναι πάντα καλύτερη.

- Ἂς εἶναι, δὲν μπορῶ νὰ σὲ διώξω... ἔμβα μὲς στὸ κελὶ νὰ ξεκουραστεῖς, καὶ σὰν βγῇ τὸ φεγγάρι, νὰ πᾷς...

- Εὐλόγησον.

Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, κι ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ χαμηλοῦ ἐπεστρωμένου σοφά, μὲ τοὺς πόδας πρὸς τὴν ἑστίαν, ὅπου ἔκαιεν ἀσθενὲς πῦρ ἐτοιμόσβεστον. Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντος ἐσκεπάσθη μὲ τὸ κυλίμι, τὸ ὁποῖον ἐκόμιζε, καὶ μετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ ἀπεκοιμήθη. Ἦτο δὲ ἤδη νύξ.

Τὸ κελλίον ὅπου εἶχεν εἰσέλθει ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ἦτο τὸ ἐν ἐκ τῶν δύο, ὅσα ἐκράτει ὁ ἡγούμενος, τὸν ὁποῖον ἐχρησίμευεν ἅμα ὡς προθάλαμος, ὡς μαγειρεῖον καὶ ὡς πρόχειρον «ἀρχονταρίκι».

Μόλις εἶχεν ἀποκοιμηθεῖ ὁ γηραιὸς πάρεδρος καὶ εἰσῆλθεν ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, μὲ ἄσπρον κιουλάρι, μὲ ζωστικὸν πάνινον, ξεθωριασμένον καὶ χωρὶς ράσον, κρατῶν λυχνίαν μὲ τὴν ἀριστεράν, καυσόξυλα καὶ χαμόκλαδα μὲ τὴν δεξιάν.

«Ἄλλος μουσαφίρης πάλε!» ἐγόγγυσεν, ἅμα εἶδε τὸν κυρ-Κωνσταντὸν κοιμώμενον. «Κουτσοὶ στραβοὶ στὸν Ἅϊ-Παντελεήμονα! Εὐλόγησον, πατέρες!»

Ἐκρέμασε τὸ λυχνάριον ἐπὶ τοῦ πτερυγίου τῆς ἑστίας, ἐγονάτισε καὶ ἤρχισε νὰ ξανάπτῃ τὴν φωτιάν, καὶ ἐξηκολούθησεν:

- Ἀπὸ ποὺ μὲ τὸ καλό, αὐτὸς πάλε! Ἂς εἶναι καλὰ οἱ χριστιανοί! Τὰ ποτήρια ξεπλύνετε, καὶ οἱ παῖδες ἂς κερνοῦν. Ζήτω ἡ κρασοκατάνυξις! Εὐλόγησον, πατέρες!

Ἔσκυψεν εἰς τὴν ἑστίαν καὶ ἤρχισε νὰ φυσᾶ διὰ φυσητῆρος ἐκ καλάμου. Εἶτα ἐπανέλαβεν:

- Ἔδωκας, ἡγούμενε, τῶν καλογήρων διακόνημα... Ἔψαλε τοῦτο εἰς ἦχον τέταρτον, μεθ᾿ ὅ, εἰς πεζὸν λόγον, προσέθηκε: Ποῦ τοὺς βρίσκει ὁ γέροντάς μου, καὶ τοὺς μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Καὶ νὰ ἔφερναν τίποτα πρόσφορα τὸ ἐλάχιστο! Μὰ αὐτοὶ ἔρχονται μὲ ἄδεια τὰ χέρια. Τοῦ κελάρη ἔδωκας κλειδιὰ εἰς τὰ χέρια του (τοῦτο τὸ εἶπε ψαλτά· εἶτα χῦμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σὰν εἶσ᾿ ἀββᾶς, βάστα!

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ἔκαμε κίνησιν τινά, ἐμισοξύπνησε, κι ἐγύρισεν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.

- Χαλάλι νὰ τοῦ γίνῃ, ἐγόγγυσεν ὁ πάτερ-Γαβριήλ. Νυστασμένος μᾶς ἦλθεν ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ ξέρω, αὐτοί, κάτω στὸ χωριό, δὲν κοιμοῦνται τάχα, δὲν ἔχουν σπίτια, δὲν ἔχουν κάμαρες; Κινοῦν δυὸ ὧρες δρόμο κι ἔρχονται στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο γιὰ νὰ κοιμηθοῦν; Ταμάμ! Εὐλόγησον, πατέρας!...

Καὶ εἶτα ἔψαλε.

- «Δίδει τὸν οἶνον λιγοστόν...».

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφεὶς ἐπὶ τοῦ ἄλλου πλευροῦ, δὲν ἐπανεῦρεν τὸν ὕπνον, ἀλλ᾿ ἀνασηκωθεῖς ἐπὶ τοῦ ἀγκῶνος, ἐγύρισε βλέμμα πρὸς τὸν μοναχὸν καὶ τὸν ἠρώτησε:

- Τί ὥρα εἶναι, πάτερ;

-Τί ὥρα; Ὥρα ποὺ νύχτωσε... Ὥρα ποὺ φέγγουν τ᾿ ἀστέρια.

- Τὸ φεγγάρι δὲν βγῆκε ἀκόμα;

- Τί νὰ σὲ κάμει τὸ φεγγάρι, χριστιανέ μου;... Τὸ φεγγάρι δὲν κόβει μονέδα...

- Περιμένω νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι γιὰ νὰ φύγω, καὶ γι᾿ αὐτὸ σ᾿ ἐρωτῶ, τοῦ εἶπεν ἡσύχως ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός.

- Νὰ φύγεις; Γιὰ ποῦ, ἂν θέλει ὁ Θεός;

- Δὲν ἦρθαν ξωμερίτες ἀπ᾿ τὰ καλύβια;

- Μοῦ κάνουν τὴ χάρη νὰ μὴ ῾ρθοῦν, εἶπεν ὁ Γαβριήλ. Σοῦ φέρνουν ἕνα πρόσφορο καὶ σοῦ φαρμακώνουν μία κότα ὁλάκερη· σοῦ φέρνουν ὀλίγο νάμα, καὶ σοῦ ἀδειάζουν μία δαμιδζάνα σωστή...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:57 am

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ κελλίου:

- Ἄ! Ξυπνητὸς εἶσαι, κύριε πάρεδρε, ἔλεγεν ὁ πάπα-Ἀζαρίας. Κι ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὁ Γαβριὴλ ὁμιλοῦσε πάλι μοναχός του, καθὼς τὸ συνηθίζει. Καλὰ ποὺ ἔπιασε κουβέντα μὲ ἄνθρωπο.

- Χμ!... Γχ! ἔπνιξε τοὺς γογγυσμούς του μέσα του ὁ Γαβριήλ. Εἶτα, ψιθύρῳ τῇ φωνῇ, προσέθηκεν: «Εὐλόγησον, πατέρες!»

- Δὲν ἐκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ὅστις πράγματι δὲν ἐνεθυμεῖτο ποσῶς ἂν εἶχε κοιμηθῆ ἢ ὄχι...

- Καὶ δὲν ἄκουσες τὸν Γαβριὴλ νὰ ὁμιλῇ μονάχος του...

- Δὲν τὸν ἄκουσα... Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνο ἴσα μ᾿ ἕνα Πιστεύω.

- Περιμένω τοὺς βοσκούς· ὅπου εἶναι ἔφθασαν, εἶπεν ὁ Ἅϊ-Χαραλαμπίτης ἱερεύς. Ἅμα ἔλθουν, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψει γι᾿ ἀπάνου...

- Εὐλόγησον, εἶπεν ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύμει διακαῶς μέσα του.

- Ὥσπου νὰ ἔλθουν, ἐπανέλαβεν ὁ πάπα-Ἀζαρίας, ἐπειδὴ συνηθίζω νὰ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδίς, κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν, νὰ πάρουμε ἕναν καφέ, καὶ νὰ μὲ συντροφέψεις, ἂν ἀγαπᾷς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ βοηθήσεις νὰ διαβάσουμε μαζὶ τὰς Πράξεις.

Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναγινώσκονται, κατὰ τὸ ἀρχαῖον Τυπικὸν ἐν τοῖς ἱεροῖς μοναστηρίοις, ἀφ᾿ ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου, πρὸ τῆς Παννυχίδος δηλ. καὶ τοῦ ὄρθρου τοῦ Πάσχα.

- Εὐχαρίστως, εἶπεν ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός.

- Τὲς διαβάζω ἐγὼ τὲς Πράξεις, ἐγόγγυσεν ὁ Γαβριήλ, ὅστις ἐζήλευεν ἅμα ἔβλεπεν ἔκτακτον βοηθὸν ἢ ψάλτην ἐν τῷ ναΐσκῳ.

- Ἐσύ, Γαβριήλ, θὰ κάμεις περισσότερα λάθη ἀπὸ ὅσες λέξεις εἶναι τυπωμένες μὲς στὸ βιβλίο. Μόνον νὰ μᾶς κάμεις δυὸ καλοὺς καφέδες, ἰδιορρυθμίτικους καὶ νὰ μᾶς τοὺς φέρεις ἀπὸ κεῖ. Ὁρίστε, κυρ-Κωνσταντό, νὰ περάσουμε στὸ κελλὶ τὸ ἄλλο.

Ἰδιόρρυθμα λέγονται τὰ μοναστήρια ὅσα δὲν εἶναι Κοινόβια, δὲν τηροῦσι δηλ. τὴν ἀρχαίαν αὐστηρὰν κοινοβιακὴν τάξιν.

Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ἠγέρθη, ἔλαβε τὴν ράβδον του, τὸν τορβᾶν καὶ τὸ κυλίμι καὶ μετέβη εἰς τὸ κελίον τοῦ πατρὸς Ἀζαρία.

* * *

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:57 am

Οἱ τρεῖς νεαροὶ βοσκοί, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας τῶν χαμηλὰ μὲ τὴν ἀριστεράν, περισκέποντες τὸ φῶς μὲ τὴν δεξιάν, ἀπὸ τῆς προσπνεούσης νυκτερινῆς αὔρας, ἐνῶ ἡ σελήνη, ὑψηλὰ ἀναπλέουσα τὸν οὐρανόν, εἶχε κρυφθεῖ εἰς σύννεφα, ἔτρεξαν πρῶτοι ἐμπρός, ὁ δὲ πρῶτος ἀναγγείλας τὴν εἴδησιν αἰπόλος ἤρχετο ὀπίσω. Κατέβησαν κάτω εἰς τὸ ρέμα, χωρὶς νὰ ἀκούσωσι φωνᾶς, καὶ ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν, ὅτι ὁ πρῶτος βοσκὸς ἴσως εἶχεν «αὐτιασθεῖ» καὶ εἶχεν ἀκούσει φωνάς, μὴ ὑπάρχουσας πράγματι. Ἀλλ᾿ ὁ αἰπόλος διεμαρτύρετο, λέγων, ὅτι δὲν ἠπατήθη, καὶ ὅτι εἶχεν ἀκούσει εὐκρινῶς φωνὴν λέγουσαν: «Ποῦ εἴσαστε; Ποῦ εἴσαστε;»

Διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτι μᾶλλον αὐτός, πείθων καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ βοσκός, ἤρχισε νὰ φωνάζει: «Ἔ! Ἐδῶ εἴμαστε! Ποιὸς εἶναι;»

Ἀσθενὴς φωνὴ ἀπήντησεν. Ἀλλὰ δὲν διέκριναν τὰς λέξεις.

Ἀφοῦ προέβησαν ὀλίγα βήματα παρεμπρός, οἱ βοσκοὶ πάλιν ἐφώναξαν: «Ἔ! Ποιὸς εἶσαι; Ποῦ βρίσκεσαι;»

Ἡ φωνὴ εὐκρινέστερον ἀπήντησε:

- Δῶ εἶμαι!... Ἐλᾶτε παραδῶ... Καὶ ἡ φωνὴ ἐπνίγη εἰς στεναγμόν.

- Κάποιος θά ῾πεσε κι ἐγκρεμοτσακίσθη πουθενὰ μέσα στὸ ρέμα, ἐσκέφθη μεγαλοφώνως ὁ εἷς τῶν βοσκῶν.

Τῷ ὄντι, ὅταν ἤκουσαν τὸν μορμυρισμὸν τοῦ ὕδατος τοῦ μικροῦ χειμάρρου, ρέοντος διὰ μέσου βράχων καὶ ἀμμωδῶν χώρων ἐναλλὰξ εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κι ἐπλησίασαν εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, εἶδον τὸ σῶμα ἀνθρώπου κειμένου ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ ψιθυρίζον καὶ κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν ἑλικοειδὲς ρεῦμα.

Ἦτο αὐτὸς ὁ κυρ-Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος. Τὸν ἀνεκίνησαν. Δὲν ἦτο βαρέως πληγωμένος, ἀλλ᾿ εἶχε βαρέσει εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν, πεσὼν ἀπὸ ὕψος ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, ἀπὸ τὸν βράχον. Περὶ ὥραν δεκάτην εὐρωπαϊστί, ἀφοῦ ἀνέτειλεν ἡ σελήνη, εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὄχι τόσον διότι τὸ ἐπεθύμει, ὅσον διότι ὁ παπα-Ἀζαρίας, ὁ ὑποχρεωτικὸς καὶ πρόθυμος φίλος, ὅταν ἐπρόκειτο ν᾿ ἀποπέμψῃ ὀχληρόν, εἶχε παρακαλέσει ἕνα τῶν ἐλθόντων χωρικῶν, καὶ εἶχεν ἐπιμείνει, ἵνα συνοδεύσῃ οὖτος τὸν μπάρμπα-Κωνσταντόν, ἀπερχόμενον εἰς Ἅγιον Ἰωάννην ὅπου εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ὑπάγῃ.

Ὁ χωρικός, μὲ προθυμίαν ὄχι ἐμφαντικοτέραν τῆς τοῦ παπα-Ἀζαρία, μεγαλυτέραν δὲ τῆς τοῦ κυρ-Κωνσταντοῦ, συνόδευσε τὸν πάρεδρον εἰς ἱκανὸν μέρος τῆς ὁδοῦ ἕως τὰ Καμπιά, εἰς τὸ ὕψος τοῦ βουνοῦ, ὀπόθεν ἔπρεπε νὰ κατηφορίσῃ τις, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Προδρόμου, κι ἐκεῖ, ἀφοῦ τοῦ ἔδειξεν ἀκριβῶς τὸν δρόμον, τοῦ ηὐχήθη καλὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸν ἐγκατέλιπε μόνον.

Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾿ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόμον, ὅστις ἦτο μοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, μόνην συντροφιὰν ἔχων τοὺς θάμνους, ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερά, διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν, τὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον φανταστικὰ σχήματα ἢ ἐσχημάτιζαν σκιᾶς, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄμμα ἔβλεπε πολλάκις φάσματα καὶ ἀκίνητους ἀνθρώπους, τοὺς βράχους, οἵτινες, καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν, ἐπληθύνοντο κι ἐξετόπιζον τὰ δένδρα, τὸ δειλὸ κελάδημα ὀλίγων πτηνῶν, κρυμμένων εἰς τὰς λόχμας, τὸν κρότον τῆς αὔρας, σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων, καὶ τὸν μυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος, τὸν παραγόμενον ὑπὸ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασματίων, ὑπὸ μικρῶν κατωτέρων πνοῶν, κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν μέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς μοναξιᾶς.

Ἀλλ᾿ ὅταν ἔφθασεν εἰς μέρος, ὅπου ἡ ὁδὸς ἐτέμνετο εἰς δυὸ μικρὰ μονοπάτια, τὸ ἓν ἀνατολικότερον, τὸ ἄλλο βορειοδυτικόν, εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ποῖον μονοπάτι νὰ λάβῃ. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐντόπιος εἷς ἄνθρωπος, ὅστις ἐκτάκτως, ἅπαξ κατὰ δυὸ ἢ τρία ἔτη, ἐξέρχεται εἰς μακρὰν σχετικῶς ἐκδρομήν, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, πάντοτε εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν, ὅταν μάλιστα τὸ τοπίον εἶναι κάπως ἄγριον καὶ δὲν ἔχει ὁ ἴδιος κτήματα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ δρόμοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλλάζουν, πολλάκις παλαιαὶ ὁδοὶ ἐκχερσοῦνται ἢ καλλιεργοῦνται καὶ δὲν πατοῦνται πλέον, ἐκ τῆς πλεονεξίας μικροῦ γαιοκτήμονος, ὅστις περιφράττει ἐντὸς τοῦ χωραφιοῦ τοῦ ἓν ἢ δυὸ στρέμματα γῆς περισσότερον καὶ μεταθέτει τὸν φράκτην μίαν ἢ δυὸ ὀργιὰς ἀπωτέρω. Ἐνίοτε συμβαίνει καὶ τὸ ἐναντίον· ἀδιαφιλονίκητος ἐλαιὼν γνωστοῦ κτηματίου πατεῖται καὶ γίνεται δρόμος, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν διαβατῶν· ἄλλοτε οἱ βοσκοὶ καὶ αἱ αἶγες τῶν ἀνοίγουσι νέον μονοπάτι διὰ νὰ «ἀραδίζουν», ἄλλοτε ἐγκαταλείπουσι καὶ ἀφήνουσι νὰ ἐκχερσωθῇ παλαιὰ καὶ γνώριμος ὁδός.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:58 am

Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν ὁ μπάρμπα-Κωνσταντός, ἐπροτίμησε τέλος τὸ βορειοανατολικὸν μονοπάτι, καὶ κατέβη ταχέως εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ Χαιρημονᾶ, ἀλλ᾿ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ βαδίζει τις, ἐκτὸς ἂν εἶναι δωδεκαετὴς παῖς, καὶ ψάχνει διὰ καβούρια, τὴν ἡμέραν. Ὁ δὲ κυρ-Κωνσταντὸς ἦτο ἑξηκοντούτης, ἦτο νὺξ καὶ δὲν ἐζήτει καβούρια. Τὸ ρεῦμα τῆς πηγῆς τοῦ Χαιρημονᾶ, ἐνούμενον κατωτέρω μὲ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον, κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν δι᾿ ἀποτόμου κατωφέρειας, διὰ βράχων καὶ μικρῶν καταρρακτῶν.

Στιγμὴν τινά, καθ᾿ ἣν ἡ σελήνη εἶχε κρυβεῖ ἄνω εἰς νέφος καὶ δὲν εἶδε καλά, δὲν ἐπάτησε στερεά, ὀλίσθησεν ἀπὸ ἕνα βράχον κι ἔπεσε μὲ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν κορμὸν εἰς τὴν ἄμμον, μὲ τοὺς πόδας εἰς τὸ νερόν. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐκτύπησεν ἐλαφρῶς καὶ ἐπόνεσεν, ἐκ τοῦ τιναγμοῦ μᾶλλον καὶ τοῦ φόβου, ἢ ἐκ τοῦ κατάγματος. Εὐτυχῶς ὀλίγο πρίν, ὅταν εὐρίσκετο εἰς τὸ ὕψωμα, ἐπάνω εἰς μέγα ὑπερκείμενον βράχον, εἶχεν ἰδεῖ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ὅπου ἀρτίως εἶχε ψαλεῖ ἡ Ἀνάστασις, καὶ εἶχεν ἐννοήσει, ὅτι δὲν ἀπεῖχε πλέον πολὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. Ζαλισμένος ἀπὸ τὴν πτῶσιν, ἤρχισε, μὲ ὅσην εἶχε ἀκόμη δύναμιν, νὰ φωνάζῃ: «Ποῦ εἴσαστε; Ποῦ εἴσαστε;» Καὶ τὴν φωνὴν ταύτην εἶχεν ἀκούσει ὁ πρῶτος βοσκός, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸς στιγμὴν τοῦ ναοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς εἶχον αἱ αἶγες του.

Ὁ κυρ-Κωνσταντὸς ἐσηκώθη, χωλαίνων, ἠκολούθησε τοὺς βοσκούς, ἔφθασεν εἰς τὸν ναΐσκον, ὅταν ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἀσπασμόν, ἐπροσκύνησε καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ εἰς τὸν χορόν. Ἔψαλεν εἰς ὅλην τὴν λειτουργίαν, μὲ ὅλον τὸ πέσιμόν του καὶ τὸ πόνεμά του.

Ἔξω, ὑπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης, δεξιόθεν τοῦ ναΐσκου, ἔβρεμε γενναῖον πῦρ, καὶ ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ὁ ἐκ τῶν πλησιοχώρων τῆς πολίχνης ἐλθὼν ποιμήν, εἶχεν ὀβελίσει ἤδη ἕναν ἀμνὸν καὶ τὸν ἕψηνε. Δίπλα του, πρόθυμος διὰ νὰ τὸν βοηθῇ, ἐκάθητο, ἀκουμβῶν ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τῆς ἐκκλησίας, ἀνθρωπίσκος τις ἐκ τῆς πόλεως, ὅστις δὲν εἶχεν ἐννοηθεῖ πότε καὶ πῶς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ, ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. Ἀνάμεσα εἰς τὴν πυρὰν καὶ εἰς τὸν τοῖχον, ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης. μὲ τὴν κιτρίνην ζωνάραν, τὸ ξυραφισμένον γένιον καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ μύστακα, εἶχεν ἀφήσει τὸ μαχαίρι του μετὰ τοῦ θηκαρίου, καὶ ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης, ἀπὸ πολλῆς ὥρας, δὲν εἶχε παύσει νὰ ρίπτῃ τὸ βλέμμα ἐναλλὰξ εἰς τὸ ροδοκοκκινίζον σφακτὸν καὶ εἰς τὸ μαχαίριον.

Ἀντικρύ, παρὰ τὴν ρίζαν ἑνὸς σχοίνου, ἵστατο μεγάλη φλάσκα. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾿ οὗ ἵστατο ἀκουμβημένη εἰς τὸ κλαδίον τοῦ σχοίνου, ἐφαίνετο πλήρης οἴνου μοσχάτου καὶ μαύρου μεμιγμένου. Τὸ ροδοκοκκινίζον σφακτὸν ἔκνιζε καὶ ἔσιζεν εἰς τὸ πῦρ, ἡ φλάσκα ὡς ἄλλη κλώσσα καλοῦσα τοὺς νεοσσούς της ὑπὸ τὰς πτέρυγας, ἐφαίνετο καλοῦσα τοὺς βοσκοὺς εἰς εὐωχίαν ὑπὸ τοὺς ἀτμούς της, ἑτοίμη νὰ κλώξῃ καὶ νὰ φυσήσῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐπαφὴν τῆς χειρός, εἰς τὴν ἐλαχίστην προσέγγισιν τοῦ χείλους εἰς τὴν θηλήν της.

Δυὸ χωρικοί, ὄρθιοι, πέντε βήματα μακρὰν τοῦ ψητοῦ, τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου, ἵσταντο καὶ συνομιλοῦν ζωηρῶς. Εἶχον εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογομαχήσωσι δι᾿ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμάχοντο ἀπὸ ἐτῶν.

Ἀντίκρυ, πρὸς μεσημβρίαν, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς πέντε βράχους, εἰς τρία μονοπάτια καὶ εἰς κρημνόν, εὐρίσκετο τὸ διαφιλονικούμενον χωράφιον. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόμει, κι ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχε σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά.

«Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππούδικό μου», ἔλεγε. «Δὲν ρωτᾶς καὶ τὸν Γιάννη τῆς Ψαροδήμαινας, ποὺ εἴμαστε γειτόνοι ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια;»

«Τὰ σύνορα εἶναι μὲς στὴ μέση, ἀνάμεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο, ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος», διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός. «Φαίνεται ἀκόμη ποὺ ἦτον, τὸν παλαιὸν καιρό, ἀποσκαφή...»

«Κοδζὰμ βράχος», ἀντέκρουσεν ὁ πρῶτος, «κι ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή, γιὰ νὰ τὴν κάμω σύνορό μου;»

Ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀμελέστερον τὴν σούβλαν μὲ τὸ σφακτόν, καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δυὸ χωρικῶν καὶ τῆς λογομαχίας των.

Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβε σιγὰ σιγὰ τὸ μαχαίριον, τὸ ἀπεγύμνωσε ἀπὸ τὸ θηκάριόν του, ἔκοψεν ἐπιτηδείως τεμάχιον ἀπὸ τὴ νεφραμιὰ τοῦ σφακτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε σχεδὸν νὰ περιστρέφεται, καὶ τὸ κατεβρόχθισεν ἀπλήστως.

Ὁ μπάρμπα-Δημήτρης οὐδὲ παρετήρησε κἂν τὴν κλοπὴν καὶ τὴν λαιμαργίαν τοῦ ἀνθρωπίσκου. Ἐξηκολούθησε νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς δυὸ ἐρίζοντας.

«Καὶ εἶναι καὶ μέσα στὸ μπολέτι καθαρὰ γραμμένο», ἔλεγεν ὁ πρῶτος τῶν δύο. «Τὸ πῆγα στὸν πάπα-Λευθέρη ποὺ ξέρει νὰ διαβάζῃ τὰ παλαιὰ γράμματα, καὶ μοῦ τὸ διάβασε τόσες φορές».

«Ἀπὸ μπολετιὰ δὲν ἱδρώνει ἐμένα τὸ μάτι μου», ἀντέλεγεν ὁ δεύτερος. «Σὰν ἔχεις ὄρεξη, δὲν πᾷς στὸν μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστη τὸν Ἀγέλαστο, νὰ σοῦ φτιάσῃ ὅσα ψεύτικα μπολετιὰ θέλεις;»

Ὁ Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπρόσεχεν ὅλος εἰς τὴν λογομαχίαν τῶν δυὸ ἀγροτῶν. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβεν ἐκ νέου τὸ μαχαίριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ θηκάριόν του, ἔκοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον ἀπὸ τὸ μισοψημένον σφακτόν, καὶ τὸ καπέπιε μονοκόμματον.

Ἡ ἔρις τῶν δυὸ χωρικῶν ἐξηκολούθει, καὶ ἡ προσοχή, μεθ᾿ ἧς τὴν παρηκολούθει ὁ Καμπογιάννης ἦτο ἀδιάπτωτος. Ὁ Μπουκώσης, ὅστις ἐνόει τὴν μυστηριώδη γλώσσαν τῆς φλάσκας, δι᾿ ἧς αὕτη ἐκάλει τοὺς φίλους της, ὡς κλῶσσα τοὺς νεοσσούς της, ἔκαμεν ἕνα βῆμα μὲ τὸν δεξιὸν πόδα, ἐν σχήματι ὀρθῆς γωνίας, δεύτερον βῆμα μὲ τὸ ἀριστερὸν γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος, ἐξηπλώθη τετραποδίζων, ἐπλησίασεν εἰς τὸ σχοῖνον, καὶ λαβὼν τὴν μεγάλην οἰνοβριθῆ φλάσκαν τὴν ἐπλησίασεν εἰς τὰ χείλη του, καὶ ἔπιε γενναίαν δόσιν ἀπνευστί. Εἶτα, φύσει φρόνιμος καὶ γνωρίζων, ὅτι, ἂν ἔκαμεν καὶ τρίτην ἀπόπειραν κατὰ τοῦ σφακτοῦ, ἦτο φόβος νὰ φωραθῇ ἐπιτέλους, ἐπέστρεψε παρὰ τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίας, ὀλίγον τι ἀπώτερον τῆς πυρᾶς, ἐμαζεύθη κι ἐφαίνετο τόσον ἄκακος καὶ νῆστις, ὡς νὰ μὴν εἶχεν πασχάσῃ ὅλως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Απρ 15, 2012 11:59 am

Ὅταν, ἀφοῦ ὁ ἱερεὺς ἐξῆλθε τελευταῖος ἀπὸ τῆς λειτουργίας καὶ ἐστρώθη ἡ τράπεζα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ (ἦτον περὶ τὰ γλυκοχαράματα), ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπεχείρησε νὰ τεμαχίσῃ τὸ ψητόν, παρετήρησεν, ὅτι κάτι ἔλειπεν ἀπὸ τὴ νεφραμιά, ἀλλ᾿ ἐκαμώθη, ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Γιάννην τὸν Μπουκώσην εἶπε:

«Κοίταξε! Περίεργο... Δὲν εἶναι παράξενο νὰ γεννήθηκε σακάτικο αὐτὸ τὸ ἀρνί, παιδί μου Γιάννη;»

Ἐξηκολούθησεν ἡσύχως νὰ κατακόπτῃ τὸ ψητόν, εἶτα ἐπανέλαβε:

«Πολλὰ παράξενα σημεῖα καὶ θαύματα γίνονται σ᾿ αὐτὰ τὰ στερνὰ χρόνια... Γιὰ βάλε μὲ τὸ νοῦ σου, νὰ φέρνω ἀρνί, σακάτικο γεννημένο ἀπ᾿ τὴ μάνα του, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβω... Τί νὰ γίνῃ, ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός!»

Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης δὲν εἶπε γρύ. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ᾿ ἣν παρετίθετο ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ψητόν, ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ἔκρυψεν ἐπιτηδείως τὶς δυὸ στάμνες τοῦ νεροῦ, ὁποῦ εἶχεν ἀκόμη γεμάτες, κι ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν τράπεζαν δυὸ ἄδειες, λέγων, ὅτι δυστυχῶς εἶχε λησμονήσει νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὴν βρύσιν νὰ πάρῃ νερόν, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ τώρα κάποιος.

«Σ᾿ ἐσένα πέφτει ὁ κλῆρος, παιδί μου Γιάννη», εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Μπουκώσην. «Σύρε νὰ γεμίσῃς τὰ δυὸ σταμνιά, νά ῾χεις τὴν εὐκὴ τοῦ παπᾶ μας, καὶ σὲ καρτεροῦμε, δὲν τρῶμε... Πάρε καὶ μία ἀναμμένη λαμπάδα νὰ βλέπῃς στὸ δρόμο, καὶ πάτει γερά, ὄμορφα ὄμορφα... νὰ μὴ σπάσῃς τὰ σταμνιὰ καὶ τὸ πάθης σὰν τὸ τραγούδι ποὺ λένε... καὶ μᾶς ἀφήσης κι ἐμᾶς χωρὶς νερό».

Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύμει ν᾿ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα. Ἐφορτώθη τὰ δυὸ σταμνιὰ κι ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρημονᾶ, ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δυὸ μίλια, καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλή, ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντλημένων ὀφθαλμῶν. Ἐχρειάζετο σωστὴν μίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ, νὰ γεμίσῃ τὰ σταμνιὰ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.

Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος, ὁ μπάρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δυὸ πλήρεις στάμνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει, ἐξηγήθη καὶ εἶπεν:

- Εἶχα νερό, μὰ ἤθελε νὰ τόνε παιδέψω τὸν ἀφιλότιμο... Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ μοῦ κάμῃ γρουσουζιά, χρονιάρα μέρα, νὰ μοῦ κόψῃ μεζέδες ἀπὸ τὸ σφαχτὸ ἐνῶ τὸ ἕψηνα καὶ νὰ μὴν πάρω κάβο...

Ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ, φέρων τὰ δυὸ σταμνιά, ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης, ἦτο ἤδη ἡμέρα, τὸ ψητὸν εἶχε καταβροχθισθεῖ, καὶ μόνη ἡ διακριτικὴ φιλαδελφία τῆς θεια-Μαθηνῶς τῆς ψευτομετάνισσας καὶ τῆς θεια-Σειραϊνῶς, τῆς σημαιοφόρου τῶν πανηγυριῶν, τοῦ εἶχε φυλάξει ὀλίγα τεμάχια τοῦ ἀμνοῦ διὰ νὰ φάγῃ καὶ κάμῃ Λαμπρὴν ὁ πειναλέος ἀνθρωπίσκος.

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης! (αφιέρωμα σε πασχαλινά διηγήματα του κυρ Αλέξανδρου)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Απρ 29, 2013 12:35 am

Πάσχα έρχεται και πάλι. Και ο κυρ Αλέξανδρος επίκαιρος ξανά...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Σελίδα 2 από 2 Επιστροφή  1, 2

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης