ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ (παλιά ιστορία, πάντα επίκαιρη)

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ (παλιά ιστορία, πάντα επίκαιρη)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Μαρ 05, 2012 11:58 am

Μια παλιά ιστορία. Σε αναδημοσίευση.

Για την επέτειο τριών χρόνων από τη μέρα που μέτρησα τα σκαλοπάτια μιας σκάλας με τους σπονδύλους της πλάτης μου. Σκαλοπάτι και σπόνδυλος. Να έχω να θυμάμαι τα καλά του επαγγέλματος...

Εκείνη την ημέρα περίμενα απλώς το κουδούνι να χτυπήσει.

Μέρα βροχής. Και μέρα εφημερίας στο σχολείο.

Είναι άθλιο να εφημερεύεις με βροχή. Γιατί τα περισσότερα σχολεία δεν είναι φτιαγμένα για μέρες βροχής.

Ούτε εκείνο το σχολείο ήταν φτιαγμένο για βροχή. Λες και εκείνος που το έχτισε νόμιζε πως χτίζει στη Σαχάρα.

Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Στη Σαχάρα και στην έρημο είναι...

Όταν βρέχει, στα σχολεία γίνεται πανικός.

Τα παιδιά, σαν παιδιά και μάλιστα σαν παιδιά της πόλης, ξετρελαίνονται με τη βροχή. Είναι από τα ελάχιστα πρόσωπα της φύσης που μπορούν να αντικρίσουν. Μέσα στην τελείως αφύσικη ζωή που τα υποχρεώνουμε να ζουν. Κλεισμένα στα τσιμεντένια μπουντρούμια.

Η βροχή ξετρελαίνει τα παιδιά. Τόσα χρόνια κοντά τους το ξέρω πια καλά.

Δε λογαριάζουν τίποτε. Ορμάν έξω στο νερό. Πολλά χωρίς ομπρέλα. Χωρίς καν ένα μπουφάν. Και χαίρονται χαρά μεγάλη χορεύοντας στη βροχή.


Η βροχή ξετρελαίνει και μας, τους δασκάλους. Τους εφημερεύοντες δασκάλους σε μέρα βροχής.

Εκεί δεν είσαι δάσκαλος. Είσαι απλά παιδονόμος.

Διδασκαλία θα πει μέθεξη ψυχών. Με τριακόσια πιτσιρίκια που αλαλάζουν τριγύρω καμία μέθεξη δεν υφίσταται. Εκεί, στη βροχή, είσαι απλά ο κακός που απαγορεύει στα παιδιά τη χαρά να παίξουν με το νερό.

Τέτοιες μέρες θυμάμαι ένα άθλιο καδράκι στο σχολείο των παιδικών μου χρόνων. Αν θυμάμαι καλά, έδειχνε ένα δέντρο. Με λεζάντα που δεν ξεχνάω καθόλου:

ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΑΙ ΜΕΝ ΡΙΖΑΙ ΠΙΚΡΑΙ ΟΙ ΔΕ ΚΑΡΠΟΙ ΓΛΥΚΕΙΣ

Τις μέρες της βροχής ειδικά, νιώθω μια τέτοια ρίζα. Και πικραίνομαι.

Εγώ δεν ήθελα ούτε δασκάλα να γίνω. Περισσότερο ακόμη δεν ήθελα να γίνω ο μπαμπούλας που φωνάζει στα παιδιά να μη χαίρονται τη βροχή.

Κανείς όμως δε ρωτάει τι ήθελα και τι θέλω. Εκεί είμαι υπάλληλος. Και θέλω να είμαι μια ευσυνείδητη υπάλληλος.

Τις μέρες της βροχής ξέρω πως πάνω απ' όλα προέχει η ασφάλεια των μαθητών. Πάντα προέχει. Απλώς στη βροχή οι κίνδυνοι μεγαλώνουν.

Εγώ δεν έχω δικά μου παιδιά. Το κάθε παιδί είναι ένα μεγάλο θαύμα της φύσης για μένα. Τρέμει η ψυχή μου μη γρατζουνίσουν ακόμη και το δαχτυλάκι τους.

Έτσι κι εκείνη την ημέρα. Έβρεχε για τα καλά.

Εκείνο το σχολείο δεν είχε κανένα χώρο κλειστό να προστατεύσει τα παιδιά από τη βροχή σε ώρα διαλείμματος. Μόνο μεγάλες βεράντες. Βεράντες στο ισόγειο και βεράντες στον πρώτο όροφο.

Την ώρα του διαλείμματος οι μαθητές δεν επιτρέπεται να μένουν στις αίθουσες. Ο δάσκαλος, έτσι λέει ο νόμος, πρώτος μπαίνει στην αίθουσα και τελευταίος βγαίνει... αφού φροντίσει να βγάλει έξω όλα τα παιδιά.

Οι δάσκαλοι που δεν εφημερεύουν μαζεύονται στο γραφείο την ώρα του διαλείμματος. Διαβάζουν εγκυκλίους, βγάζουν φωτοτυπίες, διορθώνουν τετράδια, συμμαζεύουν εποπτικά, πίνουν καφέ, παίρνουν μια ανάσα για την επόμενη ώρα.

Οι εφημερεύοντες δεν κάνουν τίποτε απ' αυτά. Δίχως ανάσα πετιούνται στην αυλή και επιτηρούν τους μαθητές.

Σε άλλες χώρες, σε αναπτυγμένες χώρες, τέτοια δουλειά δεν είναι για το δάσκαλο. Υπάρχουν ξέχωρα πρόσωπα που επιτηρούν τους μαθητές την ώρα του διαλείμματος. Οι δάσκαλοι εκεί κάνουν μονάχα εκείνο που σπούδασαν. Διδάσκουν...

Κάποτε, πριν ακόμη γίνω δασκάλα, ήμουν ναυτικός. Αξιωματικός καταστρώματος σε φορτηγά και σε γκαζάδικα. Υπάρχουν κι εκεί κανονισμοί που λένε τι κάνει και τι δεν κάνει ο καθένας. Για τους αξιωματικούς υπάρχει και τούτο: Απαγορεύεται να τους ανατεθεί χειρωνακτική εργασία. Ει μη μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Θυμάμαι έναν καπετάνιο κάποτε. Που θέλησε να με βάλει να ράψω μια κουρτίνα. Ήμουν μονάχα είκοσι χρονών. Και όμως είπα όχι. Και το πλήρωσα σκληρά. Ήξερα πως θα το πληρώσω. Και όμως δε μετανιώνω στο ελάχιστο.

Υποχρεώθηκα μετά να γίνω δασκάλα. Και να κάνω και εφημερία. Δεν είπα ποτέ όχι στην εφημερία. Και ας μη μου αρέσει. Ήξερα από την αρχή πως οι δάσκαλοι κάνουν και εφημερία. Ας μη γινόμουν δασκάλα, έτσι δεν είναι; αν δεν ήθελα να κάνω και εφημερία.

Εξάλλου δεν είναι το μόνο που δε μου αρέσει. Ο δάσκαλος όμως δεν είναι στο σχολείο για να κάνει ό,τι του αρέσει. Ο δάσκαλος είναι υπάλληλος και οφείλει να κάνει όσα λένε τα καθήκοντά του.

Ο καθένας μας πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του. Ακόμη και αν διαφωνεί. Με τρελαίνουν οι άνθρωποι που δεν κάνουν τα καθήκοντά τους.

Και ειδικά οι δάσκαλοι. Δάσκαλε που δίδασκες, και νόμο δεν εκράτεις... έτσι δε λέει η παροιμία;

Δεν είναι ο φόβος. Ούτε υποταγή ούτε κατάλοιπο αυταρχικής αγωγής. Είναι απλά και μόνο ο Σωκράτης. Ο μέγιστος δάσκαλος. Αυτός που δίδαξε άπαξ δια παντός ότι ο νόμος είναι πάνω απ' όλα. Ακόμη και αν είναι άδικος νόμος.

Ο δάσκαλος είναι και πολίτης. Σε ένα άλλο επίπεδο, ως πολίτης, μπορεί και έχει το δικαίωμα να αγωνιστεί για την αλλαγή των νόμων που θεωρεί άδικους. Όχι στο σχολείο. Εκεί είσαι υπάλληλος. Έχεις δώσει όρκο, για υπακοή στο Σύνταγμα και στους νόμους. Και δεν μπορείς να λέγεσαι δάσκαλος, δεν μπορείς να λέγεσαι ούτε άνθρωπος, αν δεν τηρείς τον όρκο που έδωσες.

Εκείνη την ημέρα που έβρεχε είχα και πάλι εφημερία. Πετάχτηκα γρήγορα γρήγορα έξω. Να επιτηρήσω τα παιδιά.

Οι διάδρομοι ήταν πήχτρα από παιδιά. Και η αυλή λίμνη από τα νερά. Πέρα από τη λίμνη οι τουαλέτες του σχολείου. Και οι βρύσες. Και το κυλικείο. Τα παιδιά έπρεπε να διασχίσουν τη λίμνη για να πάνε στις τουαλέτες, στις βρύσες, στο κυλικείο. Αλλιώς έπρεπε να κρατήσουν τα τσίσα τους, τη δίψα τους, την πείνα τους. Ποιο παιδί μπορεί να τα κρατήσει όλα αυτά;

Τουλάχιστον έπρεπε να κρατάνε ομπρέλα ή να φοράνε αδιάβροχο. Και ο εφημερεύων να τρέχει από άκρη σε άκρη για να προσέχει αν κρατάνε ομπρέλα ή αν φοράνε αδιάβροχο. Και αν η ομπρέλα είναι χωρίς επικίνδυνη σουβλερή άκρη. Και αν είναι κατάλληλα τα παπούτσια για να βγουν τα παιδιά στη βροχή. Τριακόσια παιδιά. Και τέσσερις εφημερεύοντες. Ο απόλυτος χαμός...

Κι ακόμη να προσέχει μην ξεφύγει κανένα παιδί και ανέβει στον επάνω όροφο. Δεν επιτρέπεται να μένουν τα παιδιά στους ορόφους. Και ειδικά σε ορόφους με βεράντες. Παιδιά είναι. Και στα παιδιά αρέσει να κρέμονται στα κάγκελα...

Εκείνο το σχολείο δεν είχε καν ψηλά κάγκελα. Γιατί τα κάγκελα θυμίζουν φυλακή. Και δε θέλει κανένας σήμερα να θυμίζει το σχολείο φυλακή.

Οι δάσκαλοι που διδάσκουν στους ορόφους, χρωστάνε να κατεβάζουν όλα τα παιδιά στο ισόγειο. Και μόνο τότε να κατεβαίνουν κι εκείνοι. Αυτό το ξέραμε, όλοι το ήξεραν. Το είχαμε πει και ξαναπεί στις συνεδριάσεις του συλλόγου διδασκόντων.

Τα παιδιά όμως ήταν εκεί πάνω. Έτρεχαν και χοροπηδούσαν στη βεράντα του πρώτου ορόφου.

Τι σημασία έχει ποιος ξέχασε να τα κατεβάσει; Σημασία έχει μόνο η ασφάλεια των παιδιών. Και η ασφάλεια των δασκάλων;

Ανέβηκα τη σκάλα. Μαρμάρινη εξωτερική σκάλα. Γύρω τριγύρω αγκαλιασμένη στο φρεάτιο του ανελκυστήρα. Ένα μικρό στέγαστρο από πάνω. Που δεν εμπόδιζε τα νερά της βροχής. Έβρεχε και πολύ εκείνη τη μέρα. Μια σκάλα χωρίς μία καν χειρολαβή.


Ανέβηκα προσεκτικά. Πάντα ανεβαίνω προσεκτικά τις σκάλες. Και τις κατεβαίνω προσεκτικά.

Ήμουν ακόμη στα καράβια όταν μία σκάλα κόντεψε να με στείλει να βλέπω τα ραδίκια ανάποδα. Σε άλλες εποχές τα φύκια ανάποδα. Ήταν οι καιροί που ο άνθρωπος δε μέτραγε. Πέθαινε μεσοπέλαγα; Τον έραβαν σε ένα καραβόπανο και τον άδειαζαν στη θάλασσα. Σήμερα;

Κατέβαινα θυμάμαι μια σκάλα στο αμπάρι. Στο άδειο αμπάρι...

Οι σκάλες που κατεβαίνουν στα αμπάρια είναι μεταλλικές. Και κάθετες. Δυο χοντρά κάθετα σίδερα και μπόλικα οριζόντια για σκαλοπάτια. Πιάνεσαι προσεκτικά από το άνοιγμα του αμπαριού και βάζεις το πόδι σου στο πρώτο σκαλοπάτι. Κι έπειτα ακόμη πιο προσεκτικά αρχίζεις να κατεβαίνεις. Κρατώντας με δύναμη τα δυο κάθετα σίδερα.

Δύσκολο; Μα καράβια δεν ήθελα; Κι ας φώναζε και η μάνα μου που φοβόταν πολύ τα καράβια.

Ήμουν στη μέση της σκάλας όταν ένιωσα το σκαλοπάτι να υποχωρεί. Σκουριά; Ποιος ξέρει... Εκεί δε σκέφτεσαι τίποτα. Μόνο να σωθείς.

Με χέρια να τρέμουν και ιδρωμένα από την αγωνία. Να βγεις πάλι επάνω. Με την ελπίδα να μην υποχωρήσει και άλλο σκαλοπάτι.

Από τότε πρόσεχα ακόμη πιο πολύ. Πάντα πρόσεχα στα καράβια. Κι όχι γιατί φοβόταν η μάνα μου. Τα καράβια είναι επικίνδυνα. Μα είναι και οι ναυτικοί, πρέπει να είναι, σκληραγωγημένοι.

Δυο χρόνια εκεί και κατάφερα να βγω στη στεριά χωρίς ούτε μια γρατζουνιά. Ή μάλλον όχι, να μη λέμε και ψέματα... Κάποτε απέκτησα ένα μαύρο κατάμαυρο νύχι. Δεν έφταιξε όμως το καράβι. Μονάχη μου κοπάνησα με το ματσακόνι και με φόρα μπόλικη πάνω στο χέρι μου. Τα παθήματα του άπειρου...

Κι άλλη μια κατάφερα να βαφτώ κατακόκκινη από την κορφή μέχρι τα νύχια. Σε σκάλα και πάλι. Την κατέβαινα μες στην τρελή χαρά του πρωτόμπαρκου. Σφυρίζοντας και τραγουδώντας και κρατώντας όχι μόνο τα σίδερα μα και το μπότο της μπογιάς. Μιας κατακόκκινης μπογιάς.

Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως γύρισε το μπότο ανάποδα. Και με έλουσε ολόκληρη με μυρωδάτη λαδομπογιά. Ξέρεις πώς μυρίζει η λαδομπογιά. Εγώ ξέρω και πώς μυρίζει το νέφτι. Ώρες τριβόμουν μετά με νέφτι για να φύγει η μπογιά.

Γι' αυτό σου λέω, στις σκάλες προσέχω πολύ. Και περιμένω πάντα το χειρότερο.

Εκείνη τη μέρα όμως περίμενα μόνο να χτυπήσει το κουδούνι. Να τελειώσει το διάλειμμα και να γυρίσω στην τάξη μου. Να συνεχίσω το μάθημα. Μου αρέσει πολύ να είμαι στην τάξη και να κάνω μάθημα. Μερικές φορές ξεχνιέμαι, τόσο που μου αρέσει, και το συνεχίζω και έξω από την τάξη...

Μου αρέσει που είμαι δασκάλα. Κι ας μην το διάλεξα το επάγγελμα. Κι ας έχει και πολλά που δε μου αρέσουν καθόλου. Έγινα δασκάλα γιατί έμεινα άνεργη. Άνεργη ναυτικός. Έτρεχα και ξαναέτρεχα στην Ακτή Μιαούλη, μα ούτε μία τόση δα θέση σε καράβι για μένα. Αναγκάστηκα να αναζητήσω νέο επάγγελμα. Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει ό,τι του επιβάλλεται αναγκαστικά. Η αγάπη είναι πράξη ελευθερίας.

Το δασκαλίκι το αγάπησα μονάχα όταν με άφησαν μόνη με τα παιδιά. Και τη στιγμή που τρύπωσα στα μάτια τους. Σε μια καινούρια και άγνωστη θάλασσα. Μου αρέσει να είμαι δασκάλα για να ταξιδεύω στα μάτια των παιδιών. Κι έπειτα να τα ξεσηκώνω για άλλα ταξίδια, στο μεγάλο και απέραντο κόσμο.

Εκείνη την ημέρα που κοντοστάθηκα στο πλατύσκαλο, δεν ήμουν τίποτε από όλα αυτά. Μονάχα ένας υπάλληλος φρουρός. Έχουμε και στα καράβια φρουρούς. Είναι ναύτες. Το να φυλάς σκοπιά είναι πάντα δουλειά για κατώτερους. Βατσιμάνηδες τους λέμε. Αγγλική λέξη που την εξελληνίσαμε δεόντως...

Ο βατσιμάνης προσέχει το καράβι. Δεν προσέχει παιδιά. Τα παιδιά τα προσέχουν οι νταντάδες. Και οι εφημερεύοντες δάσκαλοι.

Κι εγώ πρόσεχα τα παιδιά εκείνη την ώρα. Όρθια στο πλατύσκαλο. Τα είχα κατεβάσει από τον όροφο και έμεινα εκεί να προσέχω μέχρι κάτω στην άλλη άκρη της αυλής τους μικρούς βροχολάτρες.

Το ερώτημα πώς τα κατάφερα από ανθυποπλοίαρχος να καταντήσω μια νταντά, ούτε που το σκεφόμουν εκείνη την ώρα. Τέτοια ερωτήματα καίνε και τα αφήνω πάντα για ώρες μοναχικές. Όταν δηλαδή ξεπερνάω τις συμπληγάδες της δικαιολογίας πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς και του επιχειρήματος της μάνας μου πως στα καράβια κινδύνευα ενώ στο σχολείο έχω όλα τα καλά. Μόνιμο μισθό, αξιοσέβαστο προφίλ στην κοινωνία και προπαντός ασφάλεια.

Φταίει και η παροιμία εδώ. "Όποιος του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει". Τι γίνεται όμως στην αντίθετη περίπτωση;

Κοίταξα το ρολόι μου. Ένα λεπτό ακόμη. Ένα λεπτό να χτυπήσει το κουδούνι και να αρχίσει το μπουλούκι των παιδιών να ανεβαίνει προς τα πάνω.

Με τα μικρά τους ποδαράκια, στα βρεγμένα σκαλοπάτια. Έπρεπε να προλάβω να κατέβω. Στο ισόγειο που ήταν η δική μου τάξη.

Λίμνες ήταν τα σκαλοπάτια εκείνη τη στιγμή. Με σοφά τοποθετημένες γραμμώσεις στην άκρη για να μη γλιστράνε τα παιδιά.

Είχε και το πλατύσκαλο μια τέτοια αντιολισθητική λωρίδα στην άκρη. Μόνο στην άκρη.


Στη μέση το πλατύσκαλο που στεκόμουν, είχε μόνο γυαλιστερό μάρμαρο. Και μια μεγάλη λίμνη νερό εκείνη τη μέρα. Δεν είχε καν μία τρυπούλα, μια υδρορροή. Ποιος πανέξυπνος έφτιαξε μια τέτοια σκάλα σε σχολείο;

Τα νερά τα είχα δει. Εκείνο που δεν είχα δει και δεν το περίμενα ήταν τι θα συνέβαινε το επόμενο λεπτό. Μόλις τόλμησα να κάνω το πρώτο βήμα. Στο πλατύσκαλο ακόμη.

Θυμάσαι εκείνο το παιγνιδάκι που παίζαμε παιδιά στη θάλασσα; Με τα μικρά βότσαλα που τα κάναμε να πηδάνε πάνω στο νερό; Και καμαρώναμε όταν τα κάναμε να πηδούν και δυο και τρεις και όσο περισσότερο μπορούσαμε;

Είναι παμπάλαιο παιχνίδι αυτό. Το έπαιζαν τα παιδάκια από τα χρόνια ακόμη τα αρχαία. Εποστρακισμός λεγόταν τότε. Σήμερα το λέμε ψαράκια, ψωμάκια ή πεταλίδα.

Εκεί που μεγάλωσα εγώ δεν είχε θάλασσα. Και δεν παίζαμε ψαράκια. Και κανείς δεν περίμενε ένα παιδί που μεγάλωσε στα βουνά, να ερωτευτεί τη θάλασσα.

Και μετά, όταν βρέθηκα στις θάλασσες, δεν ήταν πια καιρός για παιχνίδια. Και δεν μου πέρναγε καν από το μυαλό πως σύντομα θα άρχιζα να ασχολούμαι με παιγνίδια και με παιδιά.

Μα σκέψου, πόσο βαρετή θα ήταν η ζωή αν έρχονταν μόνο όσα περιμένουμε;

Εκείνη την ημέρα που έβρεχε είχε έρθει η ώρα να παίξω επιτέλους τον εποστρακισμό. Μια θάλασσα νερό στα πόδια μου. Κι εγώ το βότσαλο. Και μετά τα σκαλοπάτια. Κάθε σκαλοπάτι και ένα πήδημα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάθε σκαλοπάτι και ένας σπόνδυλος.

Μέχρι που έφτασα στο επόμενο πλατύσκαλο. Σηκώθηκα, άσε το πώς... , και απορούσα μόνο για ένα: Πώς ο εποστρακισμός δεν κατέληξε σε μόνιμο εξωστρακισμό μου από το περιβολάκι της ζωής.

Αυτά τον περασμένο Μάρτιο. Στις 5 Μαρτίου συγκεκριμένα. Τελικά αυτόν το μήνα πρέπει να τον προσέχω. Γιατί δεν είναι ούτε μία, ούτε δύο οι φορές που βάλθηκε ως τώρα να με εποστρακίσει και να με εξωστρακίσει. Μάρτης γδάρτης, το λέει η παροιμία. Πόσο όμως προσέχουμε τις παροιμίες;

Και μετά κλαιγόμαστε, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα! Αμ, δε...

Κι επειδή, καλέ μου, δεν ήταν η πρώτη ούτε καν η δεύτερη φορά, σηκώθηκα από κείνη τη σκάλα με άλλα μυαλά. Το δις εξαμαρτείν είναι δείγμα βλακείας και για τις γυναίκες.

Ποιος περιμένει και τι δεν περιμένει από μένα; Λίγη έως καθόλου σημασία δεν έχει πια. Έτσι κι αλλιώς ούτε κι εγώ ξέρω τι με περιμένει το επόμενο λεπτό. Εσύ γιατί θέλεις να ξέρεις;

Δεν το περίμενες! Είπες. Είναι τραγουδάκι αυτό. Λαϊκόν και ελαφρόν. Το θυμάσαι;

"Δεν το περίμενα να μου φύγεις να σε χάσω,
δεν το περίμενα τέτοιον πόνο να περάσω... "

Χτες βρέθηκα σε ένα νεκροταφείο. Για κηδεία και μάλιστα διπλή. Ούτε εκείνοι οι χαροκαμένοι συγγενείς περίμεναν το κακό που τους βρήκε ανήμερα Χριστούγεννα. Το ίδιο κακό που μοιριολογούσε η μάνα μου όσο βρισκόμουν κι εγώ στα καράβια.

Τελικά το δικό μου κακό αλλού παραφύλαγε. Μην κοιτάς που του ξέφυγα. Γιατί εγώ δεν ξεχνώ τι κόντεψα να πάθω. Και δε θέλω να ξεχάσω.

Ένα βότσαλο είμαι που ακόμη εποστρακίζεται σε σκάλες. Ένα μεγάλο άσπρο βότσαλο, σαν εκείνα που παίρνουν ενθύμια οι επισκέπτες από την παραλία Λαλάρια της Σκιάθου. Βότσαλα στρογγυλά σαν αυγά στρουθοκαμήλου.

Τα χτυπάει λέει το κύμα κι εκείνα λαλούν, αυτά είναι τα λαλάρια.

Μέχρι να σπάσουν και να θρυμματιστούν σε άπειρους κόκκους άμμου.

Κι εγώ ως τότε, αυτό θα κάνω. Είναι το μόνο που μου μένει να κάνω. Ένα βότσαλο που λαλάει.

Και θα λαλάει κάθε φορά που έρχεται το κύμα.

Μη ρωτάς λοιπόν εμένα. Και μη μου λες "δεν το περίμενα". Το κύμα ρώτα.

Τρία χρόνια μετά. Και πια έχω την εντύπωση ότι από τότε η ζωή μου (η ζωή όλων μας) ένα βότσαλο που εποστρακίζεται είναι... Και μια σκάλα που διαρκώς πέφτουμε και πουθενά πλατύσκαλο να τελειώσει η κατρακύλα...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ (παλιά ιστορία, πάντα επίκαιρη)

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Μαρ 05, 2012 12:22 pm


Ήταν ωραίο το παλιό μου σχολείο. Κι έζησα εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια.

Τρία μόλις λεπτά από το σπίτι μου. Με τα πόδια τρία λεπτά.

Νόμιζα πως εκεί θα πάρω σύνταξη.

Άλλαξαν όλα στις 5 Μαρτίου 2009. Ώρα δώδεκα παρά τέταρτο. Ήρθαν τα πάνω κάτω.

Μια σκάλα. Ένα ατύχημα. Και όσα ακολούθησαν. Που δε θέλω να τα θυμάμαι. Αντέχω να θυμάμαι το πέσιμο. Όχι τα άλλα.

Ζήτησα απόσπαση. Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να δουλεύω πια στο σχολείο αυτό. Και για ένα χρόνο όταν τύχαινε να περάσω απέξω, στην ίδια γειτονιά όπως είπα και το σπίτι μου, γυρνούσα το κεφάλι από την άλλη μεριά. Να μην το δω, να μη θυμάμαι.

Μετά δε μου έφτανε ούτε και η απόσπαση. Μετάθεση. Αναχώρηση από την Αθήνα. Να μη χρειάζεται να γυρνάω το κεφάλι...

Μπορεί και άλλα να έπαιξαν ρόλο. Μα σίγουρα εκείνη η μέρα, η 5 Μαρτίου του 2009, ξεχείλισε το ποτήρι...


___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
avatar
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5284
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης